Εμφάνιση ενός μόνο μηνύματος
  #10  
Παλιά 03-04-07, 20:44
Το avatar του χρήστη Litsa
Litsa Ο χρήστης Litsa δεν είναι συνδεδεμένος
Senior Member
 
Εγγραφή: 25-01-2006
Περιοχή: ολούθε
Μηνύματα: 2.315
Προεπιλογή

Συνέχεια του από πάνω
Σίσυφος (2)

Αυτά απ την Ιθάκη . . .

Επιστρέφει ο Σίσυφος Κόρινθο,στο ιγκόγνιτο να μην τον αναγνωρίσουν,και πάει για προστασία
στο σπίτι του αδελφού του,του Σαλμονέα. Εκεί έτρωγε έπινε και σκεφτόταν ιδέες για το μέλλον.
Ο Σίσυφος άρχισε να καλοβλέπει την ανιψιά του την Τηρώ η οποία ήταν και αυτή καλό κουμάσι
- Έλα στο θείο Σίσυφο !
- Έρχομαι.
- Τσιπουράκι ?
- Το πίνω
- Θεατράκι ?
- Το πάω
- Γλυκάκι ?
- Το τρώω
- Δωράκια ?
- Τα παίρνω
- Τσιγαράκι ?
- Το καπνίζω
(Μωρέ , αυτό είναι μικρό στο μάτι αλλά ψημένο στην πιάτσα , έτοιμο για μπίζνες)
- Σκόπιμα κατευθυνόμενη προτροπή ανάλωσης αγαθών εντός κοινωνικής συναθροίσεως κάνεις ?
- Τι είναι αυτό καλέ θείε? Πρώτη φορά το ακούω?
- κονσομασιόν κορίτσι μου, κονσομασιόν!
- Έτσι πες μου ρε θείε,μίλα ελληνικά να σε καταλαβαίνουμε !
- Κάνεις κονσομασιόν Τυρώ μου ? λέγε!
- Άμα μου αρέζει ο πελάτης,και κονσομασιόν κάνω και απ όλα κάνω.
- Λοιπόν, θα ανοίξουμε μαγαζί,θα δουλέψουμε κάνα δυό χρόνια,μαζεύουμε το χαρτί,και μετά θα την κάνουμε. . .
- Αχ . . .ναι!,ωραία που είναι τα ταξίδια. . .Βαβυλώνα,Ηλιούπολη (Αιγύπτου),Περσέπολη,Βαγδάτη,Ταρτός .
- Ότι θέλει το ανιψάκι μου
- Και μετά παντρευόμαστε κιόλας
Το τελευταίο δε του άρεσε του Σίφη,αλλά δε μίλησε,έκανε το κορόιδο.

Για να μην βγαίνουμε εκτός θέματος,έγινε Σίσυφος Τυρώ ένα αχτύπητο δίδυμο που για πολύ καιρό είχανε
ισοπεδώσει την αγορά και μαζεύανε το "χαρτί".Η Τυρώ έπεφτε σε κάτι "αχλαδάτους" και έκανε παιχνίδι.
Αλλά σχετικά σύντομα έσπασε, έπινε και μαύρη, το είχε παρακάνει και με τα σπίρτα.
Βγήκανε και καινούργια φυντάνια στην πιάτσα. Μαζεύει το μετρητό ο Σίφης και ξηγιέται της Τυρώς μια ωραία πρωία.
- Πρέπει να πεταχτώ στη Θήβα,αρρώστησε η μάνα μου ,και . . . ξέρεις.
- Και το "σπίτι" ?
- Ε, τι, σε 15-20 μέρες πίσω θα είμαι,έτσι και αλλιώς πελάτης δε πατάει που δε πατάει,έτσι που έχεις γίνει . . .
- Μη με πληγώνεις,εγώ για σένα . . . Εγώ ήμουνα μια πριγκίπισσα, εγώ ήμουν "μις Πελοπόννησος".
- Αει μωρή τράβα στη μάνα σου την Αλκιδίκη την παξιμαδοκλέφτρα . . . Πριγκίπισσα μισ !! μην αφοδεύσω.
Χαλάει το ειδύλλιο Σίσυφος Τυρώ,η μεν Τυρώ μπλέχτηκε και παντρεύτηκε τον άλλο της θείο τον Κριθέα και
από αυτόν τον γάμο (Τυρώ Κριθέας) ξεκινάει μια άλλη μεγάλη γενεαλογική μυθολογική εξέλιξη.

Ο Σίσυφος γυρίζει σελίδα στη ζωή του και παντρεύεται την Μερόπη, κόρη του Άτλαντα ,και επιδόθηκε
σε άλλου είδους επιχειρήσεις. Πήγε ο αθεόφοβος,βρήκε κάτι συνεργεία οικοδομών και τους έδωσε κάτι
σχέδια για να κάνουν αθλητικές εγκαταστάσεις για Πανελλήνιους αγώνες στα Ίσθμια.
Τα υπολόγισαν οι εργολάβοι και του δίνουν την προσφορά.
- Χίλια τάλαντα κυρ Σίσυφε και το έργο παραδομένο σε τρεις μήνες
- Κόψτε κάτι ρε λεβέντες !
- Αντε να το στριμώξουμε το πράμα να το κάνουμε με 950
- Χαράς την έκπτωση,άιντε να υπογράψουμε.
Πέφτουν οι τζίφρες,γινήκαν τα συμβόλαια,πήραν μπροστάντζα,βάλαν μπρός,μετά από κάτι χρονάκια
τελειώσαν επιτέλους,πάνε να εξοφληθούν,λαμβάνουν το υπόλοιπο και υπογράψανε και την απόδειξη
(η οποία έγραφε απάνου 13.560 τάλαντα–τόσα του έλειπαν του Σίσυφου),καταλάβανε αλλά δεν μιλήσανε.
(Ο Σίσυφος είναι ο εφευρέτης και της υπερτιμολόγησης,για να ξέρετε).

Βέβαια,οι αγώνες δε μπορούσαν να γίνουν γιατί το μέρος εκεί στην Κόρινθο δεν είχε νερό.
Έτυχε όμως εκείνες τις μέρες ο Δίας να είναι "φτιαχμένος" και στα φόρτε του και περνώντας
είδε την κόρη του Ασωπού που την λέγαν Αίγινα . . .του γυάλισε του μπαγάσα. Μεταμορφώθηκε
σε αετός,λένε,άμα δεν είσαι εκεί να το δεις με τα μάτια σου,ότι θες ακούς μετά.Τέσπα.
Η Αίγινα έπαιζε με τις φίλες της,τι τα θες τι τα γυρεύεις,την διπλαρώνει ο Δίας
- Να σου πω καλέ
- Πως ? εμένα λέτε
- Ναι ,εσένα. Έλα που σου λέω και δε προλαβαίνω,θα πλακώσει καμιά Ήρα και . . .κλάφτα
- Τι θέτε ?
- Κοκό!
- Ααα. . . δε μπορώ .
- Έλα που σου λέω , δεν προλαβαίνουμε.
- Θα μας δουν !
- Καθαρίζω εγώ μωρό μου,έλα εσύ,μπες στο άρμα και μη σε νοιάζει.
Και μπήκε που λέτε στο άρμα η Αίγινα και βάζει μπρος τα άλογα ο Δίας και την πήγε την νεαρά
στο νησί Οινώνη,που μετά το ονομάσανε Αίγινα εξ αιτίας του εφήμερου έρωτα του Δία, και εκεί
της ξηγήθηκε αλμυρό φιστίκι,το γκάστρωσε το μικρό,γεννήθηκε ο Αιακός απ αυτή τη φάση.

Ο Ασωπός όμως,όπως κάνουν όλοι οι καλοί πατεράδες,έψαχνε το βλαστάρι του.
Στο ψάξε ψάξε,περνάει απ την Κόρινθο,πάνω που είχαν τελειώσει τα (ας πούμε Ολυμπιακά) έργα
για τους αγώνες των Ισθμίων και συναντιέται με τον Σίσυφο
- Θες να σου πω τι "παίζει ",του λέει
- Μωρέ εγώ θέλω,εσύ τι θες ?
- εεεε . . .(τα μάσαγε λίγο ο Σίφης,και έτριβε και τα δάκτυλά του )
- Μίλα ρε παλιοχαμούρη,το κοριτσάκι μου ψάχνω,τι θέλεις. . .
- Τι να θέλω,να, δεν υπάρχει νερό στη Κόρινθο, βάλε μια πηγή και θα στα πω όλα
Ήρθε και το νερό,κάπου στην Ακροκόρινθο,πίσω από το ναό της Αφροδίτης λένε, εμφανίστηκε μια πηγή
και υδροδοτήθηκε το κάστρο.(Θα πάω να τσεκάρω ρε παιδιά ,αν όντως υπάρχει καμιά πηγή ή βρύση εκεί,
μα το Δία,θα το γυρίσω στο δεδεκαθεϊσμό.)
- Το λοιπόν ? (ρώτησε ο Ασωπός !)
Δε του άρεσε του Σίφη να κάνει το κορόιδο,πήγε και τα είπε χαρτί και καλαμάρι του Ασωπού ότι"το και το"
- Ο Ζευςπατήρ ημών (απάντησε ο Σίσυφος) (Ζευς Πατήρ–Ζευπατηρ,Jupiter στα λατινικά)
- ‘λαδή ?
- Ο Δίας ντε,κανονίζει την μικράν εις νησίδα του Σαρωνικού.
- Πως ?
- Η κόρη σου ρε,
- ε !
- Και ο Δίας,
- ε, τι ?
- είναι γυμνοί . . .
- . . .
- Γυμνοί ρε, τσίστιδοι λέμε, και βγάζουνε τα μάτια τους στο τάδε μέρος και χωρίς προφυλάξεις. Ξύπναααα .
- Αμάννν, τι κακό που μας βρήκε !!. . . (όπως καταλάβατε , άργησε αλλά ξύπνησε)
- Τι αμάν και ξεαμαν ρε, σιγά ! Η μικρά,το διασκεδάζει κανονικότατα.Αντίσταση μηδέν και θέλει κι άλλο.
- Σοβαρά μιλάς ?
- Σοβαρότατα. Ο Δίας άμα τον δεις έχει πελαγώσει,θέλει να φύγει ,όλο κοιτάει το ρολόι ένεκα που φοβάτε
μη πλακώσει καμιά Ήρα, και η μικρά δεν τον αφήνει. Σα στρείδι ένα πράγμα του έχει κολλήσει πάνω του.
- Έφυγα, τρέχω να προκάμω.
- Τρέχα, κι άμα προκάμεις σφύρα μου . . .

Πήγε, τους βρήκε και έγινε το ελάτε να δείτε μετά, ένας καυγάς Ασωπός Δίας τρικούβερτος.
Φορτώνει ο Δίας, πάει Κόρινθο, πιάνει τον Σίσυφο και αρχίζει ένα κατσάδιασμα.
- Ρε ρουφιάνε,πήξη δήξη , μη σου . . . το. . . (δε είχε μείνει και τίποτα του Σίφη για να του . . .το . . . )
- Λόγω νερού Δία μου,είχαμε λαλήσει απ την δίψα.
- Καλά,δε σε φτάνουν τόσα και τόσα που’ χεις κάνει και δε μιλάω ?
- . . .
- Το σκασμό δε μπορείς να τον βγάλεις? Αι στο διάτανο παλιοτσόγλανε

Και ειδοποιεί τον "θάνατο"
- Θάνατεεεε
- Παρόν αφεντικό.
- Πάρ τον και ξηγήσου του.
- Μάλιστα
Στο δρόμο όπως πηγαίνανε πως τα κατάφερε ο Σίσυφος από δω τον έχει από κει τον έχει
τον ξεγελάει και τον δένει τον Θάνατο.Την κάνει εκ του κάτω κόσμου ο Σίσυφος σαν κύριος με το
καπελάκι του και αφήνει τον Θάνατο δεμένο χειροπόδαρα στα μπουντρούμια και για
κάνα δυο μήνες δεν πέθαινε ο κόσμος και είχανε τα γραφεία κηδειών κεσάτια .

Και τα γραφεία κηδειών, πάει στο διάολο.Ποιος τα λογαριάζει.Έλα όμως που ήταν και κάτι
κληρονόμοι και βιαζόντουσαν να κληρονομήσουν και η θεία δεν ξεψύχαγε και τρέχαν τα γραμμάτεια,
βάλανε "μέσο" το λοιπόν και είπανε του Άρη να καθαρίσει.Ο Άρης λύνει τον Θάνατο ,έξω φρενών ο Θάνατος,
τρέχει βρίσκει τον Σίσυφο,δεύτερη φορά τον κατεβάζει στον Άδη.Αυτός όμως είχε συνεννοηθεί με την Μερόπη
την σύζυγο άλλο τέχνασμα.

- Μωρή,μη τυχόν και μου κάνεις κηδείες μνημόσυνα και τρισάγια,σ’ έφαγα.
- Γιατί ?
- Άκου που σου λέω.Τίποτα δε θέλω.
- Καλά
Κατεβαίνει λοιπόν ο Σίσυφος στον κάτω κόσμο, αμέσως πήγε και βρήκε τον Άδη .
- Μεγαλειότατε,δεν είναι δυνατόν,να με αφήσει έτσι άκλαυτο η παλιοβρόμα η Μερόπη, που ξανακούστηκε!
- Και τι θες να σου κάνω εγώ ρε c ?
- Τι να μου κάνεις μωρέ? Μια αδειούλα να μου δώσεις σου ζητώ,να της ξηγηθώ και επιστρέφω.
- Ορκίσου,σε τέσσερις μέρες θα είσαι πίσω.
- Ορκίζομαι,φιλάω σταυρό. (άμα είδατε τον Παλαιοκώστα να επιστρέφει μόνος του θα βλέπατε και τον Σίσυφο).
Τον κατάφερε τον Άδη,ας είν’ καλά η Περσεφόνη που τον είχε κάνει "αλοιφή" πριν λίγο τον σύζυγο,
και πήρε την αδειούλα του ο Σίσυφος και μην τον είδατε τον Παναγή που λένε και στα Μέγαρα.
Την είχε αράξει σε μια παραλία και έτρωγε τα σταφυλάκια του και τα καρυδάκια του και τα ουζάκια του
με τα χταποδάκια του και το έπαιζε αδιάφορος και πέρα βρέχει. Είχε αφήσει και μούσι για παραλλαγή.

Όταν γέρασε και κατέβηκε για τρίτη φορά κάτω,τον κάνανε μια ανάκριση,τον κατηγόρησαν
στην αρχή για κείνο το ρουφιανιλίκι,μετά άρχισαν να βγαίνουν ένα ένα και τα υπόλοιπα,
για δυο φορές λιποτάκτης απ τον Άδη,και ακολούθησε το πανηγύρι των κατηγοριών,παράνομη οπλοκατοχή,
οπλοχρησία,παράνομος τζόγος,αιμομιξία,ζωοκλοπή,σύσταση συμμορίας,υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος κλπ κλπ .
Τον βάλανε και έπαιξε"πιάνο" στο χαρτί με μελάνι για δακτυλικά,τον ρωτήσανε τι τιμωρία προτιμάει.
Είδε κάτι τύπους σε ένα βόθρο που καπνίζανε,το ήξερε το ανέκδοτο (τα κεφάλια μέσα)και προτίμησε την πέτρα.

Έκτοτε ο Σίσυφος ανεβάζει την πέτρα στην κορυφή του λόφου και πριν προλάβει να την στερεώσει αυτή ξανακυλάει.

Αυτός λοιπόν ήταν ο Σίσυφος,ο μοναδικός θνητός που "δραπέτευσε" απ τον κάτω κόσμο δυο φορές.
Απάντηση με παράθεση