Εμφάνιση ενός μόνο μηνύματος
  #9  
Παλιά 03-04-07, 19:42
Το avatar του χρήστη Litsa
Litsa Ο χρήστης Litsa δεν είναι συνδεδεμένος
Senior Member
 
Εγγραφή: 25-01-2006
Περιοχή: ολούθε
Μηνύματα: 2.315
Προεπιλογή

Σίσυφος (1)

Υπάρχουνε κάτι μέρη που βγάνουνε καλό κρασί,άλλα μέρη μυτζήθρα σούπερ και κάτι άλλα
είναι ξακουστά για την σταφίδα τους. Έτσι υπάρχουνε και κάτι μέρη που βγάνουνε ανθρώπους
λεβεντιές ή ανθρώπους χλεχλέδες, ανθρώπους ξηγημένους και ψαγμένους και ανθρώπους
που κουβαλάνε συνεχώς το σιδερικό στη ζώνη αλλά δε το καρφώνουνε ποτές, μόνο το δείχνουνε.
Υπάρχουνε και τα μέρη που βγάνουνε ανθρώπους πονηρούς και λέρες που, από όπου
και να τους πιάσεις θα λερωθείς ρε παιδάκι μου.
(Για τα μέρη που βγάνουνε φούντα μυρωδάτη,ονόματα δε λέμε τώρα, θα πούμε μια άλλη φορά)

Σήμερα θα μιλήσουμε για τον πονηρότερο των πονηρών που ήταν ο Σίσυφος(Κορίνθιος),
και με διαφορά περικαλώ απ τον δεύτερο σε πονηράδα.Τόσο πονηρός που τον έγραψε και η
ελληνική Μυθολογία.Ο μπαμπάς του ήταν ο Αίολος,ο θεός των ανέμων,και μαμά του η Εναρέτη,
αγνώστων λοιπόν στοιχείων.Ο Σίσυφος είναι ο κλασικός Πελοποννήσιος.Απ αυτούς που ο καλύτερος,
λένε,έχει σκοτώσει τη θεία του και απαφτώσει την ξαδέρφη του.

Είναι ο ιδρυτής της Κορίνθου (και βασιλιάς της, παλιά την Κόρινθο την έλεγαν Εφύρα)
και μάλιστα λένε οι γραμματιζούμενοι πως αυτός έχτισε μοναχός του την ακρόπολη της Κορίνθου,
την περίφημη Ακροκόρινθο. Όταν λέμε μοναχός εννοούμε μοναχός, ντιπ για ντιπ, χωρίς
βοηθούς υποεργολάβους μάστορες και παραμάστορες.
Αλβανούς δεν είχε τότενες γιατί λίγα χρόνια πριν είχαν κλείσει τα σύνορα της Κακαβιάς
και ξαναανοίξανε το 1990 μετά χριστόν (διασταυρωμένο αυτό που σας λέω).
Ήταν επίσης ο πρώτος που ανακάλυψε τα διόδια στους δρόμους. Εκεί στη Κόρινθο,
στην στενάδα του ισθμού,όποιος ήθελε να περάσει έπρεπε να τα ακουμπήσει του Σίσυφου.
Και τα διόδια λοιπόν ελληνική εφεύρεση.

Ο Σίσυφος, λένε,βίος και πολιτεία, έκανε πολλά,πάρα πολλά αλλά ποτέ δεν ενοχλούσε
τον Δία ,και ο Δίας έδινε τόπο στην οργή, αλλά στο τέλος όμως, ανακατεύθηκε και
με ρουφιανιλίκια,ρουφιάνεψε τον ίδιο τον Δία,τσατίστηκε ο Θεός, τον έστειλε σε Ε.Δ.Ε,
κονόμησε αρχικά ο Σίσυφος ένα τρίμηνο φυλάκα αλλά κατά την ανάκριση βγήκαν στη φόρα και
κάτι άλλες λαδιές που είχε κάνει στο παρελθόν και του προσθέσανε και άλλα χρονάκια,το
σύνολο του βγήκε ένα κουστουμάκι ισόβιο σε καταναγκαστικά έργα και με πολύ επιείκεια.
Και απ έξω ήταν η άνοιξη και κελαηδούσαν τα πουλιά,καλοκαίρι και παραθέριζαν οι γκόμενες
στις παραλίες χειμώνας και τα ζευγαράκια πήγαιναν για (ξε)σκι στην Αράχοβα και αυτός,
ο μαύρος,κουβαλούσε στον κάτω κόσμο μια πέτρα που μόλις την έβαζε στη θέση της,στην κορυφή
ενός λόφου,αυτή ξανακύλαγε κάτω και φτου και απ την αρχή ο Σίσυφος,στη "στενή" να σπρώχνει
την πέτρα.

Αλλά ας τα πάρουμε τα πράματα με τη σειρά τους

Ο Σίσυφος είναι αυτό που λέμε σήμερα "μούτρο". Πιτσιρικάς που τον γράψανε στο σχολείο φάνηκε
πως ήταν ολίγον τεμπελάκος αλλά δεν έδειχνε τίποτα το ιδιαίτερα ανησυχητικό.
- Κάτσε να διαβάσεις ρε,πιάσε και κανένα βιβλίο βρε παλιοκερατά να ξεστραβωθείς
(του έλεγε ο πατέρας του)
Η μάνα του όμως τον καμάρωνε (στην καρακοσμάρα της) και έλεγε στις άλλες γυναίκες
- ο Σίφης μου είναι το καλύτερο παιδί,ο καλύτερος μαθητής,όλη μέρα διαβάζει το χρυσό μου.
- Συγχαρητήρια δια τον υιόν σας κυρία Εναρέτη,έλεγαν οι άλλες γυναίκες στη γειτονία
- Σας ευχαριστώ,είναι και πάρα πολύ τακτικός και νοικοκύρης το χρυσό μου.
Ο Σίφης όμως,όπως ίσως να υποψιασθήκατε,ρούφαγε κάτι τσιγαρούκλες ξεγυρισμένες,κάτι στριφτά
και άφιλτρα που δυο πακέτα μάρλμπουρο τη μέρα δε τον φτάνανε και έκανε και τράκα.
Και έκανε κοπάνες απ το σχολείο και πήγαινε Και εκκλησιαζόταν καθημερινά σε ιερούς ναούς
της Αφροδίτης,στην αρχή σαν απλός θεατής μετά τον μπάσανε και μέσα οι ιερόδουλες για κατηχητικό,
να ψέλνει και να ανάβει τα λιβάνια και να πλένει και κανένα σεντόνι και κάνα σκούπισμα.
Η μόνη νοικοκυροσύνη του ήτανε που σφράγιζε σε αεροστεγή κουτιά τα ταμπάκια για να
μη χάνουν την υγρασία τους και για να φκιάχνει τα χαρμάνια του για να φουμάρει.
Με το ζόρι τέλειωσε το γυμνάσιο και μετά άνοιξε δική του εταιρία.Έγραφε στην κάρτα του:

«ΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΥΜΕ ΞΥΛΟΥΡΓΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ»
Πήγαινε το λοιπόν στα καφενεία και έπινε τον καφέ του με την παρέα του, όλοι ένας και ένας,
και εκεί τους ξηγιόταν την αποστολή με λεπτομέρειες .
- Παίδες
- Μάστα
- Σήμερα θα δείρουμε τον τάδε
- Που κατοικοεδρεύει αφεντικό ?
(Κανείς δεν ρωτούσε "γιατί",δεν είχε καμία απολύτως σημασία,μόνο το"που"και"ποιος"τους ένοιαζε)
- Αθήνα.Στη κρεαταγορά στην Βαρβάκειο,τρίτο περίπτερο αριστερά,δίπλα στα καφάσια.
- Να του πούμε και το μυστικό, από ποιόν τα μούσμουλα ?
- Πέστε του απ την Λουλού,θα καταλάβει αυτός.
- Και πόσο να του ξηγηθούμε αφεντικό?
- Πορτοκαλί θα τον κάνετε

Είχε ταρίφα με κωδικούς για το φπα,το "πορτοκαλί"ήταν με επιδέσμους και τσιρότα,το "μπλε" ήταν
να πάει μέχρι το Α’ βοηθειών για κάνα δυο ράμματα και το "καφέ" να πάρει "το πρόσωπο" τουλάχιστον
30 μερούλες αναρρωτική.Μετά το καφέ,χόντραινε το πράμα και ήθελε συμβόλαιο με συμβολαιογράφους
και τον πελάτη που πλέρωνε απίκου με το μετρητό.

Μετά ο Σίσυφος είδε ότι δε τραβάει το πράγμα και άλλαξε επάγγελμα.Τα είχε κάνει "πλακάκια"
με κάποιον Αυτόλυκο,άλλο μεγάλο μούτρο αυτός (εξώλης και προώλης ο Αυτόλυκος,γιος του Ερμή ή Απόλλωνα)
και κλέβανε μαζί ζώα από τις στάνες. Ο Σίσυφος είχε ειδικευτεί στο άνοιγμα και άνοιγε τις στάνες
την νύχτα σαν να είναι φιστίκια Αιγίνης και μαζί με τον Αυτόλυκο κάνανε χρυσές δουλειές τα πουλάκια μου.
Ο ένας άνοιγε την στάνη ο άλλος προωθούσε το εμπόρευμα αλλάζοντας τα χαραγμένα σήματα
(όπως η "ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ" γίνεται "ΧΡΥΣΑ ΑΥΓΑ" )και τα χρώματα του κοπαδιού.

Όμως , άμα είναι ο άνθρωπος γεννημένος κατεργάρης ,σκάρτος και πονηρός δεν έχει αυτό που λέμε "μπέσα".
Μια νύχτα, εκεί που είχανε κλέψει ένα βόδι και το τρώγανε σουβλάκια, έπεσε παρεξήγηση.
- Τι έχεις ρε Σίφη ? (ρώτηξε ο Αυτόλυκος)
- Τίποτα δεν έχω . . .
Είπε "τίποτα" ο Σίσυφος αλλά είπε ψέματα γιατί είχε γκόμενα την κόρη του Αυτόλυκου,ονόματι "Αντίκλεια"
και την απάφτωνε κανονικότατα παιδιά, πρωί μεσημέρι βράδυ.Και σα να μην έφτανε αυτό,η Αντίκλεια
ήταν και παντρεμένη με τον βασιλιά της Ιθάκης Λαέρτη και ο πατέρας της,δηλαδή ο Αυτόλυκος,
παρέα με τον Σίσυφο το συνεταιράκι του, έκλεβαν τα βόδια του γαμπρού.Η Αντίκλεια τα ήξερε όλα
αλλά δε μπορούσε να πει και τίποτα. Ήταν εγκλωβισμένη η γυναίκα. Δεν ήξερε ποιανού τα πάρτυ
να πάρει,του συζύγου? του πατέρα? του αγαπητικού? Ποιανού? Χοντρό μπλέξιμο. Δεν ήξερε και δε μίλαγε.
Μόνο που βάραγε το κεφάλι της στον τοίχο κάθε τόσο με την τύχη της και παρά τρίχα και θα την έκανε
και "τραγωδία" ο Ευριπίδης αλλά δεν πρόλαβε γιατί πέθανε.

- Ρε,κάτι έχεις εσύ,τι ζόρι τραβάς? (ξαναρωτάει ο Αυτόλυκος)
- Ρε αι παράτα μας που θα σου δώσω και λογαριασμό
- Σίφη,κομμένα τα απότομα ζοριλίκια μην σε αρχίσω στις καρπαζιές,εντάξει?άιντε μπράβο.
Δε μίλησε ο Σίσυφος,έσκυψε το κεφάλι,τι να έκανε? δε μπορούσε να τραβήξει και μαχαίρι
ένεκα απουσίας κάποιου τρίτου στην παρέα που θα είχε το φιλότιμο να μπει στη μέση και να τον κρατήσει
φωνάζοντας "ΜΗ ΡΕ ΣΙΦΗ" γιατί όπως καταλάβατε ο Σίσυφος ήταν απ’ αυτούς που κουβαλάνε το σιδερικό,
το δείχνουνε αλλά δε το καρφώνουνε ποτέ και κάθε τόσο λερώνουν και τα σώβρακά τους.
Αλλά από μέσα του έλεγε "θα σε τακτοποιήσω εγώ μωρή μοδίστρα"

Εν τω μεταξύ,ο Λαέρτης (ο κερατάς,ο σύζυγος της Αντίκλειας και γαμπρός του Αυτόλυκου)
είχε καταλάβει ότι κάτι δεν πάει καλά με τον πεθερό του και είχε ζητήσει βοήθεια απ τον Σίσυφο να
διαλευκάνει το μυστήριο που πηγαίνανε τα βόδια (τώρα Λαέρτη μου σώθηκες) ο οποίος όμως
"πούλησε"τον Αυτόλυκο κανονικά,τον έδωσε"στεγνά"που λένε και μετά έγινε άφαντος και
καταζητούμενος από το υπόλοιπο σόι του Αυτόλυκου.

Σύμπτωση,η Αντίκλεια μετά από εννέα μήνες γέννησε ένα πανέξυπνο μωρό που έμοιαζε φτυστό ο Σίσυφος
και το λέγαν Οδυσσέα.Μάλιστα,καλά το καταλάβατε,ο Οδυσσέας είναι νόθος γιος του Σίσυφου που του
έμοιασε και στην πονηριά και ο Λαέρτη είναι απλός και ακούραστος χορηγός.(Έτσι γίνεται πάντα)

Συνεχίζεται.
Απάντηση με παράθεση