Το forum του μεταφυσικού  

Επιστροφή   Το forum του μεταφυσικού > Συζητήσεις > Αρχαία Ελλάδα – Ιστορία –Πολιτισμός

Απάντηση στο θέμα
 
Εργαλεία Θεμάτων Τρόποι εμφάνισης
  #11  
Παλιά 18-01-15, 15:55
Το avatar του χρήστη AVATARGR-1
AVATARGR-1 Ο χρήστης AVATARGR-1 δεν είναι συνδεδεμένος
Senior Member
 
Εγγραφή: 31-12-2013
Περιοχή: ΑΘΗΝΑ
Μηνύματα: 2.132
Προεπιλογή

Φίλοι μου καλησπέρα σας.

Συνεχίζω το θέμα....

Γ

Γαβαλάς
Επώνυμο που εμφανίζεται ήδη από τον 11οαιώνα στην Ελλάδα, σχετίζεται:
1) μεσν. γαβαλάν, «κεφαλάν» (Ησυχ.) , και ιδιωμ.γάβα και κάβα το κεφάλι ή
2) με το δημωδ. γάβαλο, ο κόπρος του αλόγου.

Γαζέπης
Από το τουρκ. gazap, θυμός, κατάρα.

Γαζής
Από το τουρκ. gazi, αγωνιστής, τροπαιούχος.

Γαϊτάνης
Από το ν.ε. γαϊτάνι (κορδόνι μεταξωτό) < ελνστ. γαϊετανόν λατ.gaitanum.
Και ως βαφτιστικό, σπάνιο βέβαια, ως και τις μέρες μας, πρβλ. Συρμώ/ Συρματένια/Συρμής.

Γαλακτερός
Από το ιδιωμ. γαλαχτερός, ο πλήρης γάλακτος.
Για τα ζώα, γαλακτερά όσα ακόμα θηλάζουν.

Γαλάνης
γαλανός + καταλ. –ης.Βλ. καστανός-Καστάνης, στρογγυλός-Στρογγύλης.

Γάλαρης
Σχετικό με την ιδιωμ. λέξη γαλάρι. Το πρόβατο, το παράγων γάλα, αντιθέτως
με τα στέρφα-στείρα.

Γαλατσίδας
Από το δημωδ. γαλατσίδα, γενική ονομασία διάφορων χόρτων με γαλακτώδη
χυμό, μσν. γαλατσίδα < γαλατσίς, αιτ. -ίδα γαλακτίς.

Γαλέος-ν.ε.γαλέος, είδος ψαριού, <αρχ.γαλεός

Γαλής- Από το τουρκ. gali, ακριβός, υπερτιμημένος.

Γαλιάτσος
Από το ν.ε. γαλιάτσος, κωπηλάτης σε γαλέρα, ουσ. γαλιότος <βεν. galioto• πβ. γαλιότης.

Γαλιφάς/Γαλιφός/Γαλιφάκης/Γαλύφας
Από το δημώδ. γαλίφης, γαλίφος, ο πλάνος, ο κόλακας, αυτός που προσπαθεί
να πετύχει κάτι με γαλιφιές, με καλόπιασμα. <μεσν. γαλίφος<ιταλ. gaglioffo.

Γαργαλέλης/Γαργάλης- ν.ε. γαργάλι
“η σκανδάλη του πυροβόλου όπλου/ είδος φυτού”.
Και σχετικό τοπωνύμιο στη Μεσσηνία Γαργαλιάνοι.
Πιθανότατα να σχετίζεται όμως με το ρήμα γαργαλώ.

Γαρμπής- Γαρμπής,
ο νοτειοδυτικός άνεμος, συνήθως χειμερινός και βροχερός.
Μτφ. ο βάναυσος. μσν.γαρμπής<βεν.garbin< αραβ.garbī..
Και σαν βαφτιστικό, σπάνια.

Γαρμπίλας
Ίσως σχετικό με το ν.ε. γαρμπίλι, ψιλό χαλίκι που χρησιμοποείται στην
οικοδομική και στην οδοποιία• σύντριμμα.
Πιθανότερο θεωρώ το ενδεχόμενο να προέρχεται από το σπάνιο βαφτιστικό
Γαρμπής με την υποκοριστική κατάληξη –ίλας, κατά το Γεωργίλας.

Γαρώνης
Από το δημώδ. ρήμα γαρώνω, αλλιώς το αλατίζω, παστώνω.
Από το ους. γάρος-η άρμη, από το αρχ. ουσ. γάρος, η λέξη και σήμερα
ιδιωματικά.
Το επώνυμο σχηματίστηκε όπως πολλά άλλα, π.χ. Βουλώνης (βουλώνει) ,
Κουτσοπίνης (κουτσοπίνει) , Κρυώνης (κρυώνει) , Περιμένης (περιμένει) ,
κ.α..

Γάτσης-Γάτσης <Γάκης <Γεωργάκης, με τσιτακισμό.
Ίσως σχετικό και με το διαλεκτικό γάτσος/γάτσης ο γάτος.

Γερακάρης
Αυτός που τρέφει και γυμνάζει κυνηγετικά γεράκια.
Ήδη από την Παλαιολόγεια εποχή εμφανίζεται ως επώνυμο (1264-Κεφαλονιά)

Γεράνης/Γερανίδης
Από το ν.ε. γεράνι, καλλωπιστικό φυτό< ελνστ. γεράνιον.

Γεροντόπουλος/Γέρος/Γέρου/Γερούδης/Γερούσης κ.α.-
Από το δημώδ. γέροντας, γέρος, ο ηλικιωμένος, < μσν. γέροντας < αρχ.
γέρων, αιτ. –οντα. Και ως μοναχικό όνομα Γερόντιος.
Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 13ο αιώνα, με μορφές όπως Γεροδυάκος
(sic) , το 1357 στην Πόλη, Γεροκαλάς, 1287 Πάφος, Γέρος το 1394-Λευκωσία,
κτλ.

Γεωργάς/Γεωργιάδης/Γεωργίου/Γεωργόπουλος/Γεωργούσης/Γεωργούλιας
κ.α.
Από το βαφτ. Γεώργιος, ένα από τα δημοφιλέστερα βαφτιστικά στην Ελλάδα,
όνομα αγίων, πατριαρχών, < αρχ. γεωργός. Ως επώνυμο τουλάχιστον από
τον 13ο αιώνα, με μορφές όπως Γεωργίλας (1360-Σέρρες) , Γεωργίτζης
(1271-Χαλκ/κη) , Γεωργιτζόπουλος (1375-Μυστράς) , Γεωργάς (1480-
Κόρυνθο, Κύθηρα) κτλ

Γιαβάσης
Από το τουρκ. yavas, μαλακός.

Γιαγκάσης
Από το ν.ε. γιαγκάσης, γιαγκάης (Ποντ.) . Από το τουρκ.yankaz=απατεώνας,
άτακτος.

Γιαγκούλας
από το βαφτιστικό Γιάγκος+μεγεθ.καταλ. –ούλας. (Γιάγκος-Γιάννης-Ιωάννης) .

Γιακουμάτος/Γιακουμής/Γιακουμάκης/Γιακούμογλου κ.α.
Από το βαφτ. Γιακουμής, μορφή του Ιάκωβος.
Ίσως επηρεασμένο από την βενετσ. εκδοχή του ίδιου ονόματος,
Giacomo<υστερολατ. Jacomus/Jacobus<Ιάκωβος.
Το Ιάκωβος αποτελεί εξελληνισμένη μορφή του αρχικού εβραϊκού
Ιακώβ>Ya’akov, που συνδέεται με το εβρ. aqeb- φτέρνα-, επειδή σύμφωνα
με τη βίβλο ο Ιακώβ γεννήθηκε δεύτερος κρατώντας τη φτέρνα του αδελφού
του Ησαύ.

Γιαλαμάς
Από το τουρκ. yalama, ξεφλούδισμα, εξάνθημα στα χείλη.

Γιαλούρος
Από το ιδιωμ. γιαλούρι, πετεινός ακατάλληλος για καπόνι/καπόνι-Πετεινός
ευνουχισμένος <πληθ. caponi του βεν. capon

Συνεχίζεται.

Ευχαριστώ.
__________________
ΑΝ ΝΙΩΣΕΙΣ ΤΗΝ ΣΚΙΑ ΣΟΥ ΝΑ ΦΕΥΓΕΙ ΜΗΝ ΓΥΡΙΣΕΙΣ ΠΙΣΩ ΝΑ ΤΗΝ ΚΟΙΤΑΞΕΙΣ....
Το αληθινό νόημα της φώτισης είναι να κοιτάς όλη τη σκοτεινιά με φωτεινά μάτια [Καζαντζάκης Νίκος]
Απάντηση με παράθεση
  #12  
Παλιά 23-01-15, 18:11
Το avatar του χρήστη AVATARGR-1
AVATARGR-1 Ο χρήστης AVATARGR-1 δεν είναι συνδεδεμένος
Senior Member
 
Εγγραφή: 31-12-2013
Περιοχή: ΑΘΗΝΑ
Μηνύματα: 2.132
Προεπιλογή

Φίλοι μου καλησπέρα σας.

Συνέχεια.....


Γιαλούσης/Γιαλουσάκης
Από το δημωδ. ο κάτοικος σε παράλιες περιοχές, κοντά σε γιαλούς, ή αυτός
που ζει παραλιακά και ζει από την αλιεία και κατά συνέπεια ο άκληρος, ο φτωχός.
Γιαμαλάκης
Από το τουρκ. yamalak, μπαλωμένος.

Γιαννακάς/Γιαννάκης/Γιαννέλης/Γιαννόπουλος κτλ
Από το βαφτ. Γιάννης<Ιωάννης, δημοφιλέστατο όνομα στην Ελλάδα.
Όνομα του Προδρόμου, αγιών, αυτοκρατόρων κτλ. Από το εβρ. Yokhanan-o
Θεός έχει δείξει εύνοια-.
Ως επώνυμο εμφανίζεται τουλάχιστον από τον 12ο αιώνα με μορφές όπως,
Καλογιάννης (12ος) , Κουστουγιάννης (1378-Χαλ/κη) , Κουτζογιάννης (1415-
Λήμνος) , Μουσογιάννης (1331-Κρήτη) , Παπαγιάννης (1445-Χαλκ/κη) ,
Παπαγιαννόπουλος (13ος-Τραπεζούντα) , Σγουρογιάννης (1331-Κρήτη) ,
Γιαννίτζης (1323-Κρήτη) , Τζουρουγιάννης (1319-Μακεδονία) , Γιαννούτζος
(1391-Κέρκυρα) , Βλαχοϊάννης (1279-Ιερισσός) , Γιαννίκης (1374-Κύπρος) ,
Γιαννόπουλος (14ος) , Γιανούλας (1316-Σέρρες) , Δαιμονογιάννης (1248-
Μονεμβασιά) , κτλ.
Γιόλδασης
Από το τουρκ. yoldas, συνοδοιπόρος.

Γιουρλάς
Από τη λέξη γιουρλάς, εθελοντής ή τοπικός γενίτσαρος (της κυρίως
Ελλάδας) , όχι του σουλτάνου, <τουρκ. yerli.

Γιουρούκης
Από το τουρκ.yürük, ο γρήγορος στα πόδια, ο νομάς, ο άσκοπα περιφερόμενος.
Γιούτσος
Από το τουρκ. yüçe=ο ψηλός, ο μεγάλος
Γκαγκάνης
Από το διαλεκτ. ν.ε. γκαγκάνι (Αμοργ., Πελ., Θεσσ., Μακεδ., Μύκ.) .
Ο καρπός του γαιδουράγκαθου.
Σκωπτικά οι κάτοικοι του Λιτόχωρου από τους κατοίκους των γειτονικών
χωριών. Η λέξη απαντά στο ιδίωμα Πυλαίας Θεσσ/κης ως ‘γκάνι «αγκάθι».
Προέρχεται από το ακάνιον, ακάνθιον του Ησύχιου, με επανάληψη στην
πρώτη συλλαβή του συμφώνου της δεύτερης, πρβ.ίλερη>λίλερη,
αβατσινιά>βαβατσινιά κ.α.

Γκάγκαρος
Από το δημωδ. γκάγκαρος, χαρακτηρισμός που δινόταν στους γηγενείς
Aθηναίους, γκάγκαρο -ς < ιταλ. ganghero `στρόφιγγα΄ (σκωπτικά, επειδή
υποτίθεται ότι μαντάλωναν την πόρτα τους) .

Γκαλίτσιος- Από το διαλεκ. (Ζαγόρι) , είδος πουλιού, γκαλίτσια (τα) ,
εν.γκαλίτσι, είδος γκαΐλας, κουρούνας, αλλά σε μικρότερο μέγεθος. Η λέξη
διαλ. (Κοζ., Καστ.)

Γκανάτσιος
Απο την καταγεγραμμένη μορφή του βαφτιστικού Αθανάσιος, Γκανάτσιος, στα
βορειοελλαδικά ιδιώματα (Σιάτιστα, Βελβ.)

Γκέρμπεσης- Από το αρβαν. gërbë, καμπούρα, <σλαβ.gбrba .Και όνομα
οικισμών στην Πελοπόννησο, Γκέρμπεσης ήταν το επώνυμο αρβανίτη
stratioto, μισθοφόρος των Βενετών, και όπως σνηθιζόταν ανταμοίβονταν με
εκτάσεις-πρόνειες.

Γκιάτης/Γκλιάτης
Από το αρβαν.gjatë ”ο μακρύς, μακρουλός”.

Γκιζίκης
Από το τουρκ. gezig, κακό σπυρί, φαγούρα.{ΣΗΤΡ}
Γκίνης
Από την αρβαν. εκδοχή του βαφτ. Ιωάννης-Γιάννης.{ΤΟΖ}

Γκιόκας- Από την αρβαν. βαφτ. Γκιόκας<Γεώργιος.
Ή Γκιόκας- Από το τουρκ. gök, ο γαλάζιος, γαλαζωπός

Γκιουλέκας
Από το δημώδ. γκιουλέκας, πληθ. γκιουλέκηδες, ο νταής, ο ψευτοπαλικαράς:
«Kάνει τον γκιουλέκα». Από το όνομα Αλβανού άτυχου επαναστάτη του 19ου
αιώνα, Gjoleka. Το αλβανικό επίθετο Gjolekaπροέρχεται από τα βαφτ.
Gjon-Ιωάννης και Leka-Αλέξανδρος

Γκλαβάνης
Από το σλαβ. glavan (glava=κεφάλι) , ο σπουδαίος, κύριος.

Γκόγκας
Το επίθετο που δίνουν οι Αλβανοί στους Βλάχους, “gogë”.

Γκολέμης
Από το σλαβ. golem, μεγάλος. Συχνό αρβανίτικο επώνυμο.

Γκολφινος (Γκολφινόπουλος κ.α.)
Συχνό επώνυμο κυρίως στην Αχαΐα, από το βαφτ. Γκολφίνος<εγκόλπιον το•
γκόλφι• γκόλφιν•εγκόλφιον,
α) Εγκόλπιο, φυλαχτό, ) (εκκλ.) το επιστήθιο του αρχιερέα που εικονίζει το
Χριστό σαν επίσημο διακριτικό της αρχιερατικής εξουσίας, γενικ.) πράγμα
πολύτιμο, κόσμημα.

Γκουλιάρας
Από το διαλεκτ. γκουλιάρας-είδος κούνιας, η τραμπάλα, από το ιταλ.gugla<λατ.agulia.

Γκούμας
Αρβανίτικη εκδοχή του Γιακουμής<Ιάκωβος.

Γκούντης/Γκουντίνας
Επώνυμα από τις καταγεγραμμένες μορφές του βαφτ. Κωνσταντίνος στα
βορειοελλαδικά ιδιώματα, Γκούντης-Γκουντίνας. Η διαδρομή που έκαναν μέσα
από τη φωνολογία των βορειοελλαδικών ιδιωμάτων (Βελβεντό, Κοζάνη,
Σιάτιστα κ.α.) είναι κάπως έτσι Κωσταντής>Κουσταντής>Κουντής (που έχει
δώσει επώνυμο) > Γκούντης.

Γκρίτζαλης
Από το διαλεκτ. (Ηπειρ.) γκρίζαλος=τραχύς, κακότροπος, φιλόνικος. Ίσως
σχετικό με το σλαβ. gryzo=δαγκώνω, ροκανίζω.

Γοντζές- Από το τουρκ. gonce, , μπουμπούκι.

Γόντικας
Από τη γοντικοβελόνα των ραφτάδων-τερζήδων, ίσως γόντικας ο
κατασκευαστής τέτοιων βελονών.

Γούλιαρης
Από το δημωδ. γούλιαρης, ο λαίμαργος, από το ουσ. γούλα<λατ.gula, το
στομάχι των πουλερικών.

Γούργουλας
Από το ουσ.γούργουρας, ο. λαιμός (εσωτερικά) , λάρυγγας, φάρυγγας και
είδος αγγείου. Σχετικό και το ρήμα γουργουρίζω.

Γούρμος Από το ιδιωμ. γούρμος, ο ώριμος, < αρχ. ὥριμος.

Γούσιας/Γούσας/Γούτος
Από το τα αντίστοιχα βαφτιστικά, μορφές του ονόμ.Γεώργιος, πρβ.
Γεωργούσιας-Γεωργούσας-Γεωργούτος. Η κατάληξη –ούσης, και οι
παραλλαγές της απαντάται ως υποκοριστική σε πολλές περιοχές της Ελλάδας,
ιδίως στα τσακώνικα (βλ. Το Λεξικό της Τσακωνικής Διαλέκτου, Θανάση Π.
Κωστάκη) , και σε επώνυμα κυρίως στη Χίο, και ως πατριδωνυμικό.

Γραμματικός/Γραμματίκας/Γραμματικόπουλος κ.α.
Από το δημώδ. γραμματικός, ο γραμματέας, από το αρχ. ουσ. γραμματικός.
Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 14οαιώνα, καθώς μεταξύ άλλων
αναφέρονται οι Γεώργιος Γραμματικός-Βέρροια-1338, Γραμματικόπουλος-
Κρήτη-1452, Μιχαήλ Γραμματικός-Ραδόλιβος (Σέρρες) -1316,

Γρίβας
Από το μεσν. γρίβας, άλογο που έχει χρώμα σταχτί, ψαρής, «εις ίππον γρίβαν
επιβάς, Διγεν. Ζ3358) < παλαιοτ. γερμ. Ghræwaz μέσω των λατινικών

Γρίζας
Από το ν.ε. γρίζα, φόρεμα χρώματος γκρίζου<γαλλ. gris ή ιταλ. griso.

Γρυπάρης/Γριπάρης
Από το δημωδ.γρυπάρης/γριπάρης, αυτός που ψαρεύει με γρίπο, συσκευή
ανάλογη προς την τράτα ή ο κατασκευαστής γριπών, <ελνστ. γρῖπος `δίχτυ
ψαρά΄.

Γρούτης- Διαλεκτ. (Χίος) , ο πολύ σιωπηλός, αλλά κακής φύσης άνθρωπος.

Γωβιός/Γοβιός
Από το δημωδ. γωβιός, είδος μικρού ψαριού, <αρχ. κωβιός. Επώνυμο
Ευβοιώτη πρωταγωνιστή του ’21,

Συνεχίζεται.

Ευχαριστώ.
__________________
ΑΝ ΝΙΩΣΕΙΣ ΤΗΝ ΣΚΙΑ ΣΟΥ ΝΑ ΦΕΥΓΕΙ ΜΗΝ ΓΥΡΙΣΕΙΣ ΠΙΣΩ ΝΑ ΤΗΝ ΚΟΙΤΑΞΕΙΣ....
Το αληθινό νόημα της φώτισης είναι να κοιτάς όλη τη σκοτεινιά με φωτεινά μάτια [Καζαντζάκης Νίκος]
Απάντηση με παράθεση
  #13  
Παλιά 09-02-15, 15:16
Το avatar του χρήστη AVATARGR-1
AVATARGR-1 Ο χρήστης AVATARGR-1 δεν είναι συνδεδεμένος
Senior Member
 
Εγγραφή: 31-12-2013
Περιοχή: ΑΘΗΝΑ
Μηνύματα: 2.132
Προεπιλογή

Φίλοι μου καλησπέρα σας.

Συνεχίζεται.....

Δ

Δάβαρης (Δαβαράκης, Ντάβαρης)
Από το τουρκ. davar, η κατσίκα, το κοπάδι.

Δαλάκης
Από το τουρκ. dalak, αιχμάλωτος, δούλος.

Δάλας
Ίσως από το αρβανίτικο dhalle=ξυνόγαλο, βλαχ.dala.

Δαμαλάς
Από το δημωδ. δαμάλι. Αλλιώς το μοσχάρι .<δαμάλιον.

Δαμανάκης/Δαμιανάκης
Από το βαφτ. Δαμιανός, και την (αρχικά υποκοριστική) κατάληξη –άκης.
Το βαφτ. Αβέβαιου ετύμου, πιθανώς, σύμφωνα με τον Μπαμπινιώτη,
σχετίζεται με το αρχ. Δάμων.

Δεμέστικος/Δεμέστιχας
δομέστικος, αρχηγός, διοικητής, <λατ. domesticus

Δερβίσης
Από το τουρκ. dervis, μοναχός, φτωχός.

Δημηνάς
Από την καταγεγραμμένη μορφή του βαφτ. Δημήτριος, Δημηνάς.
Η συγκεκριμένη μορφή του Δημήτρης απαντάται στα βορειοελλαδικά ιδιώματα
(π.χ. Καταφύγι).

Διγόνης/Διγγόνης
Από το ιδιωμ. διγόνι, διγγόνι,
1) ο δισέγγονος,
2) το όψιμο αρνί, κατσίκι ή δημητριακό
3) το ζώο που βυζαίνει δύο μητέρες.

Διδάχος
Από το δημωδ. διδάχος, ο διδάσκαλος, και οικισμός στην Αχαΐα, Διδαχέϊκα.

Δικαίος
Από το μεσν. Δικαίος, τοποτηρητής, αναπληρωτής (πολιτικού ή θρησκευτικού
άρχοντα) .
Ως επώνυμο ήδη από την Παλαιολόγια εποχή.

Διμισκής (Ντιμισκής)
Επώνυμο της μάνας του Καραϊσκάκη, της γνωστής καλόγριας.
Η λέξη προέρχεται από το ν.ε. διμισκί<δαμασκί, προκ. για μαχαίρι,
δαμασκηνό<βεν. damaschin, πβ.τουρκ. dimişkî

Δίπλας
Από το δημωδ. δίπλας/διπλάρι, ο δίδυμος
Επώνυμο γνωστού Σαρακατσάνου αγωνιστή του ’21.

Δισάκιας
Από το δημωδ. δισάκι, διπλός σάκος, ταγάρι, < ελνστ. δισάκκιον.

Δογάνης/ Ντογάνης
Από το τουρκ. dogan, γεράκι.

Δοκανάρης
Από το μεσν./δημώδ. δόκανο, ο δοκός, αλλιώς το δοκάνι, <αρχ. δοκός.
Σχηματίστηκε με τη συνήθη επαγγελματική κατάληξη –άρης, βλ.βαρκάρης,
γελαδάρης, λυράρης, περιβολάρης κ.τ.λ. . Προφανώς η λέξη δοκανάρης θα
είχε τη σημασία του κατασκευαστή ή εμπόρου δοκάνων.

Δοξαράς
Ο κατασκευαστής τόξων, <ουσ. δοξάρι + κατάλ. –άς.
Ως επώνυμο ήδη από την Παλαιολόγεια εποχή.

Δουδούμης
Από το αρβαν. ντουντούμ, το αρσ. κρεμμύδι, που το κάνουν σπόρους.

Δούκας- δουξ
Ο δούκας, βυζ.στρατιωτικός ή πολιτικός διοικητής, άρχοντας, <λατ. Dux, Και
όχι σπάνιο βαφτιστικό ήδη απο τη βυζαντινή εποχή λόγω της μεγάλης
αυτοκρατορικής οικογένειας των Δουκών, όπως έδωσαν και οι άλλες
σημαντικές μεσαιωνικές ελληνικές οικογένειες, βλ. Λάσκαρης/Λασκαρίνα,
Δούκας/Δούκισα, Ράλλης/Ραλλού, Κομνηνός κ.α.

Δουλγέρης/Δουληγέρης
Από το τουρκ. dülger, ο μαραγκός.

Δουσμάνης/Ντουσμάνης
Από το τουρκ. dusman, εχθρός. Η οικογένεια αναφέρεται ήδη απο τον 15ο
αιώνα και κλάδη της υπήρχαν/υπάρχουν σε Αθήνα και Κέρκυρα.

Δραγουμάνος-
Ο τζουρτζουμάνος/ τζουτζουμάνος. Διερμηνέας, <αραβ. tarğumān < ιταλ.
dragomanno – βεν. dragoman.

Δραγώνας
Ίσως από το μεσν. και δημωδ. δραγόνος, στρατιώτης, πολεμιστής σε σώμα
ελαφρού ιππικού, <αντιδ. γαλλ. dragon<λατ.draco<αρχ. δράκων.
Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 13ο αιώνα, ως Δραγωνάς στη Χαλκιδική.

Δρένιος/Ντρένιος
Από το δημωδ. δρένιος-ντρένιος, το ξύλο της οξύας και αυτό που έχει το
χρώμα του. Μτφ. ο άμυαλος, ασυνείδητος, και αναίσθητος, < αρχ. επίθ.
δρύινος.

Δρίτσας
Από το δημωδ.δρίτσα (συνηθ.πληθ.δρίτσες) , ναυτικός όρος, τα σχοινιά από
τα οποία κρέμονταν οι αρτέμονες.<ιταλ.drizza.Πρβλ. σχετικά με τη ναυσιπλοία
επώνυμα Μάϊνας, Μπαρμπαρέσος, Λαγουδέρης, Φλόκος κτλ συνήθως ιταλικής
προέλευσης αφού τα ιταλικά (βενετικά) ήταν ηlinguafranca και περίπου
επίσημη γλώσσα των ναυτικών την περίοδο της δικής μας τουρκοκρατίας.

Δρόλαπας
Από το δημωδ. δρόλαπας/δρολάπι, ο σφοδρός άνεμος συνοδευόμενος από
έντονη βροχή, λαίλαψ.<υδρολαιλάπιον<αρχ.ὑδρο- + λαῖλαψ.Πρβλ. σχετικά
επών. (άνεμ.) Πουνέντης, Μαΐστρος, Μελτέμης κτλ

Δρούγγας
Από το ηπειρωτικό δρούγκα «το αδράχτι χωρίς σφοντίλι», σχετικό με το βλαχ.
druga «ρόκα για γνέσιμο», αλβ. drugë «αδράχτι», σλαβ. drongu «το κοντάρι».

Δυοβουνιώτης
Επώνυμο γνωστού αγωνιστή του ’21. Το επώνυμο δηλώνει καταγωγή από το
χωριό Δύο Βουνά, ν. Φδιώτιδος, δ. Γοργοποτάμου.

Συνεχίζεται...

Ευχαριστώ.
__________________
ΑΝ ΝΙΩΣΕΙΣ ΤΗΝ ΣΚΙΑ ΣΟΥ ΝΑ ΦΕΥΓΕΙ ΜΗΝ ΓΥΡΙΣΕΙΣ ΠΙΣΩ ΝΑ ΤΗΝ ΚΟΙΤΑΞΕΙΣ....
Το αληθινό νόημα της φώτισης είναι να κοιτάς όλη τη σκοτεινιά με φωτεινά μάτια [Καζαντζάκης Νίκος]
Απάντηση με παράθεση
  #14  
Παλιά 06-03-15, 19:48
Το avatar του χρήστη AVATARGR-1
AVATARGR-1 Ο χρήστης AVATARGR-1 δεν είναι συνδεδεμένος
Senior Member
 
Εγγραφή: 31-12-2013
Περιοχή: ΑΘΗΝΑ
Μηνύματα: 2.132
Προεπιλογή

Φίλοι μου καλησπέρα σας.

Συνεχίζω το θέμα...

Ε

Εμφιετζόγλου
Από το τουρκ.emfiye=το ταμπάκο, καπνός.
Εμφιετζής ο παραγωγός καπνού.

Ευταξίας
Από το μεσν. ευταξίας, εκκλησιαστικό αξίωμα, ο υπεύθυνος για την τήρηση
της ευταξίας την ώρα της λειτουργίας.

Ζ

Ζάβαλης
Από το τουρκ. zavalli, δυστυχισμένος, κακόμοιρος.

Ζαβιτσάνος
Επώνυμο που δηλώνει τον κάτοικο που προέρχεται από το χωριό Ζάβιτσα
(σημ. Αρχοντοχώρι) της Αιτωλοακαρνανίας.
Το τοπωνύμιο πιθανώς είναι σλαβικό και σχετίζεται με το σλαβ.zaba=βατράχι.

Ζαββός
Προέρχεται από τη ν.ε. λέξη ζαβός, που δηλώνει τον τρελό, άμυαλος.
Αβέβαιης ετυμολογίας .

Ζαβράκος
Από το αραβ.τουρκ. zavrak, βαρκάκι, είδος λαγηνιού.

Ζάβρας
Ίσως από το βλαχ. javra, το ζαγάρι, το κοπρόσκυλο.

Ζαγάρης
Από το μεσν. ζαγάριν, <αραβ.τουρκ. zagar, λαγωνικό.

Ζαγκανιάρης
Σχετικό με το επίθετο δαγκανιάρης, που συνηθίζει να επιτίθεται και να δαγκώνει.

Ζαΐμης
Κατά την περίοδο της Tουρκοκρατίας, ο ιδιοκτήτης ή επικαρπωτής γαιών που
είχε την υποχρέωση, σε περίοδο πολέμου, να δίνει στο σουλτάνο ορισμένο
αριθμό ιππέων, τουρκ. Zaîm

Ζάκουρας
Από το ιδιωμ. ζάκουρας,
1) το μέρος της δούγας που εξέχει από τον πάτο του ξύλινου βαρελιού,
2) ο μικρόσωμος, βραχύσωμος άνθρωπος. <μεσν. (Λεξ.Σουιδα) ζάκορον, και ο
υπηρέτης<διάκορος.

Ζαμάνης
Από το τουρκ. zaman, χρόνος, καιρός, ν.ε. ζαμάνι.

Ζαμπάκης
Από το ν.ε. ζαμπάκι, , ο κρίνος, τουρκ. zambak

Ζαμπέτας
Μητρων. επώνυμο σχετικό με το βαφτ. Ζαμπέτα, γυναικείο όνομα που
διαδόθηκε στην Ελλάδα μετά την Βενετοκρατία/ Φραγκοκρατία,
<ιταλ.Elisabetta<ελλην.Ελισάβετ<εβρ.Elisheva, που σημαίνει «όρκος Θεού».

Ζαμπίτης
Αστυνομικό όργανο κατά την τουρκοκρατία, < τουρκ. zâbit.

Ζαμπούνης
Ο ασθματικός, αδύνατος.<τουρκ.zabun

Ζαργάνης
είδος ψαριού, μσν.ζαργάνα, ζαργάνη < ελνστ.ζαργάν (η)

Ζαρίφης
Από το αραβ.τουρκ. zarif, χαριτωμένος, κομψός, λεπτός.

Ζάρκος
Από το ιδιωμ. ζάρκος/ζόρκος, ο γυμνός, άγν. ετυμ.
Και ζαρκώνομαι, αλλιώς το ντύνωμαι.
Ίσως σχετικό με το σάρκα.

Ζαρπαλής
Από το τουρκ. zarpali, ορμητικός, σφοδρός.

Ζάρπας
Από το τουρκ. zarp, ορμή.

Ζαχείλας (Τζαχείλας)
Από το διαλεκτ. (βορ.Ελλ.) ζαχείλας, τζαχείλας ή τραχείλας, ο άνθρωπος με
πρησμένα χείλη.

Ζέβλας
Από το ιδιωμ. (Στερεά Ελλάδα) ζέβλα, ξύλινο εξάρτημα σε σχήμα U απ’όπου
δένονταν ο ζυγός για να γίνει το όργωμα.
Σχετικό με το κοινό ζευγάς.

Ζεγγίνης
Από το τουρκ. zengin, πλούσιος.

Ζιώγας
Από την παραλλαγή του ονόματος Γεώργιος στη βόρεια Ελλάδα,
χρησιμοποιούμενο και από βλαχόφωνους.
Παρόμοιες παραλλαγές, Τζιώγας, Τζόγγας, Ζόγκας.

Ζόγκας
Από το αρβανίτικο zog, πτηνό, το πουλί.

Ζολότας
Από το οθωμανικό νόμισμα zolota (αργυρό νόμισμα αξίας 30 παράδων) και με
τη σειρά του από το αρχ.σλαβ. zlato «χρυσός».

Ζορμπάς
Από το αραβ.τουρκ. zorba, ο ταραξίας, αντάρτης.

Ζουγλός/Ζουγλής/Ζουγλάς/Ζουγλάκης
Από το μεσν. ζουγλός, ο ανάπηρος, και ζουγλοχέρης ο κουλοχέρης.

Ζουλούμης
Από το αραβ.τουρκ. zulum, αδικία, πίεση.

Ζυγούρης-ζυγούρι
αρνί ηλικίας δύο χρόνων. μσν. ζυγούριν < ζυγ (ός) (επίθ.) –ούριν.

Ζυμπρακάκης
Από ιδιωμ. ζύμπραγος <αρχ. σύμπραγής, ο δίδυμος.

Ζώτος
Από το αρβαν. ζοτ-ι, κύριος, θεός, άξιος.
Εχει και τη σημασία του ιερέα.

Ζώχιος
Από το ιδιωμ. ζόχιοι, οι. Είδος χόρτου. Ο αρχ. σόγχος.

Θ

Θέμελης
Από το βαφτ. Θέμελης, και αυτό με τη σειρά του από το ουσ. θεμέλιο.

Θεριακός
Από το δημωδ. θεριακός, ο γερός, ο κοτσονάτος, μτφ. το θεριό.

Θερμός/Θερμογιάννης/Θερμολιάς/Θερμίδης
Από το δημωδ. θέρμη, η ζεστασιά, θερμός ο ζεστός.
Μτφ. Ο ένθερμος, ο εγκάρδιος αλλά και ο ζωηρός και ευκίνητος, <αρχ. επίθ. θερμός.

Θρασκιάς
Από το διαλεκτικό θρασκιάς, ο άνεμος που φυσάει από τη Θράκη.Μτφ. ο Θρακιώτης.

Θράψας
Διαλεκτ. (Χίος) , θράψα, γεωργική σανίδα, κυρτή στο μπροστά μέρος.
Για τη «θράυση» βώλων.Ίσως Θράψας ο κατασκευαστής τέτοιων σανιδών. }

Ι

Ιντζές
Από το τουρκ. ince, λεπτός, φίνος, πονηρός.

Συνεχίζεται..

Ευχαριστώ.
__________________
ΑΝ ΝΙΩΣΕΙΣ ΤΗΝ ΣΚΙΑ ΣΟΥ ΝΑ ΦΕΥΓΕΙ ΜΗΝ ΓΥΡΙΣΕΙΣ ΠΙΣΩ ΝΑ ΤΗΝ ΚΟΙΤΑΞΕΙΣ....
Το αληθινό νόημα της φώτισης είναι να κοιτάς όλη τη σκοτεινιά με φωτεινά μάτια [Καζαντζάκης Νίκος]
Απάντηση με παράθεση
  #15  
Παλιά 16-03-15, 18:51
Το avatar του χρήστη AVATARGR-1
AVATARGR-1 Ο χρήστης AVATARGR-1 δεν είναι συνδεδεμένος
Senior Member
 
Εγγραφή: 31-12-2013
Περιοχή: ΑΘΗΝΑ
Μηνύματα: 2.132
Προεπιλογή

Φίλοι μου καλησπέρα σας.

Συνεχίζω το θέμα....

Κ

Καβαδ (ί) άς
Απο το μεσ.ελλ. καβάδιν, μακρύ ένδυμα, ανδρικό και γυναικείο, (<τοπων.
Κάβαδα της Καρμανίας)

Καβάκας
Ονομασία όρνιθας ωραίας και παχιάς, <ουσ. *κακκάβα κακκάβη

Καβάφης
Από το τουρκ. kavaf, τσαγκάρης.

Καβούκης
Από το ν.ε. καβούκι<τουρκ. kabuki “η φλούδα, το όστρακο”.

Καγιάς
Από το τουρκ. kaya, βράχος.

Καγκελίδης
Από το ν.ε. ουσ. καγκέλι, το κικλίδωμα, κάγκελο<ελνστ. κάγκελ (λ) ον
< λατ. cancell (um) .{ΠΕ}

Καζάζης
Mεταξουργός, μεταξοπώλης, τουρκ. kazaz
Καζάζης
Από το αραβ.τουρκ. kazaz, μεταξάς.

Καζίκης
Από το τουρκ. kazik, παλούκι.

Καϊμακάμης
Ανώτερος διοικητικός αξιωματούχος επαρχίας του Οθωμανικού Κράτους,
τοποτηρητής<τουρκ. kaymakam>

Καΐρης
Από το τουρκ. kair, βάθος, σύρτη, στην Κρήτη ο φυλάργυρος.

Καϊσερλής
Επώνυμο που δηλώνει καταγωγή από την Καισάρεια της Καππαδιοκίας, Kayser
στα τουρκικά. Συν την τουρκογενή κατάλ. –λής που δηλώνει προέλευση.

Κακαβάς/Κακκαβάς
Από το δημωδ. κακκάβι, είδος χάλκινου αγγείου, αλλιώς λεβέτι.< αρχ. ουσ. κακκάβιον.
Κακκαβάς, ο κατασκευαστής των συγκεκριμένων αγγείων.

Κάκαβρος
Διαλεκτ. (Χίος) , κάκκαβρος, ο κόκορας. Ίσως από το κάκκαβος, ο «αρσενικός πέρδιξ».

Κάκαλος
Από το δημωδ. κάκαλο, κάκ (κ) αδο, και κάκανο, η ξερή «κρούστα» που
καλύπτει τις πληγές.

Κακάνης/Κακανάς
Από το κοινό ν.ε. κάκανο, «το ηχερό γέλιο», ηχομ. «κα-κα-κα», πρβ.χάχας

Κακανιάρης
Από το δημωδ. κακανιάρης, ο χαχανιάρης, χάχας, αυτός που γελά χωρίς λόγο.

Κακάρας – κεφάλι (μεγεθ., ειρων.) , <ουσ. κάκαρον, ιδιωμ.

Καλαμίδης
ίσως από τη λέξη καλαμίδι, αλιευτικό καλάμι, <ουσ. καλάμιν + κατάλ.-ίδιν

Καλαμούκης
Από τη λέξη καλάμι, καλαμάς-ο έμπορος καλαμιών, και την υποκορ. κατάληξη
–ούκι>ούκης (πρβλ. πάλος-παλούκι, Γιάννης-Γιαννούκης κτλ) .

Καλαμπαλίκης
Από το ν.ε. ουσ.καλαμπαλίκι< τουρκ. kalabalιk, φασαρία, οχλαγωγία, πλήθος.

Καλαπόδης
ξύλινο ομοίωμα του κατώτερου τμήματος του ποδιού, σε φυσικό μέγεθος,
επάνω στο οποίο οι υποδηματοποιοί συναρμολογούν τα δέρματα και
κατασκευάζουν τα παπούτσια, μσν. καλαπόδιν < ελνστ. καλαπόδιον υποκορ.
του αρχ. Καλάπους. Ως επώνυμο ήδη από την Παλαιολόγεια εποχή (1288, Νάξος) .

Καλαφάτης
τεχνίτης ειδικός στο καλαφάτισμα* πλοίου, από το μεσν. καλαφάτης, πιθ.
<υστλατ. *calefa (c) tor καλαφατίζω. (Ναυτ.) βουλώνω με στουπί και πίσσα
τις χαραμάδες πλοίου, επισκευάζω πλοίο.
Ως επώνυμο ήδη απο τον 14ο αιώνα, καθώς αναφέρεται κάποιος Γεώργιος
Καλαφάτης το 1336 στην Απάμεια. Γνωστός με αυτό το επώνυμο και ο
αυτοκράτορας Μιχαήλ ‘Ε ο Καλαφάτης.

Καλεντέρης
Από το τουρκ.περσ. kalender, απλοϊκός, αδιάφορος για τα κοσμικά.

Κάλεσης
Από το ιδιωμ. (Ηπειρ.) κάλεσης, «όνομα σκύλου ασπρόμαυρου», ή « μαλλιαρός».
Η λέξη σαν χαρακτηρισμός προβάτων, πρέπει να το θεωρήσουμε αρβανίτικο,
από το αρβ. kalesh, πρβ. βουλγ.kalesu, αρομ.calesu ”το πρόβατο με μαύρο μπάλωμα στο κεφάλι”.

Καληώρας
Επώνυμο που προήλθε ίσως από τη συνήθεια του φέροντα να χρησιμοποιεί τη φράση «καλη ώρα». Βλ. Καλημέρας, Πολυζώης κ.α.

Καλιακούδας
Από το ν.ε. καλιακούδα, πουλί με μαύρο πτέρωμα, που φωλιάζει σε ρωγμές
βράχων, ίσως *κολοιακούδα με υποχωρ. αφομ. [o-a > a-a] < κολοιακούδ (ι)
-α < κόλοιακ (ας) -ούδι < αρχ. κολοι (ός) –ακας.

Καλιγάς ή Καλλικάς/Καλιγάρης.
πεταλωτής, <ουσ. καλίγι (ο) ν + κατάλ. -άς ή <ουσ. καλιγάριος.
Ως επώνυμο ήδη απο τον 13ο-14ο αιώνα, καθώς αναφέρονται : ένας
Θεόδωρος Καλιγάς στη Χαλκιδική, ένας Καλιγόπουλος το 1259 στη Σμύρνη,
ένας Θεόδωρος Καλιγόπουλος το 1301 στις Σέρρες, ένας Θεόδωρος
Καλιγάρης το 1264 στην Τραπεζούντα, κ.α..

Καλικούνης
Από το ιδιωμ. (Κύθηρα) καλκούνι, η τάπα των βαρελιών.
Θεωρώ όμως πιο πιθανή την περίπτωση να πρόκειται για υποκοριστική μορφή
του ονόματος Καλός, με δύο υποκοριστικές καταλήξεις (-ίκας, -ούνης) ,
φαινόμενο καθόλου σπάνιο, πρβ. Γιαννακουδέλης, Γιαννακόπουλος κτλ.

Καλίτσης/Καλίτζης
Από το βαφτ. Καλός, και την υποκορ. κατάληξη –ίτζης/ίτσης, διαδεδομένη
στον ύστερο μεσαίωνα στα ελληνικά. Λιγότερο πιθανό, από το καλίγι (ο) ν το·
καλίκι (ν) · καλίτσι (ν) , είδος υποδήματος.

Καλκάνης
Από το τουρκ. kalkan, ασπίδα.

Καλλέργης
Από το μεσν. καλλίεργος, «ο καλώς ειργασμένος». Γνωστή βυζαντινή
οικογένεια, κλάδος της οποίας εγκαταστάθηκε στην Κρήτη όπου και επιβιώνει
μέχρι σήμερα.
Ως επώνυμο ήδη απο την παλαιολόγια εποχή, αν και σίγουρα παλαιότερα,
καθώς αναφέρονται: ένας Καλλιέργης το 1321 στη Θεσσαλονίκη γεννημένος
στη Φιλαδέλφεια, ένας Αλέξανδρος Καλλιέργης το 1322 επίσκοπος
Μυλοποτάμου στην Κρήτη, κ.α.

Καλλίνης
Πιθανότερα μητρωνυμικό από το θηλ.βαφτ. Καλλίνη (Καλός) , κατά το
Αγγελίνη, Μηλίνη, Γεωργίνη κτλ. Λιγότερα πιθανό, από το τουρκ. kalin,
χοντρός, παχύς.

Καλλιμάνης
Απο το ιδιωμ. καλλιμάνι-καλλιμάνα, μικρό αποδημητικό πουλί.

Καλίτσιος
Από την καταγεγραμμένη υποκοριστική μορφή του βαφτιστικού Χαρίσιος στα
βορειοελλαδικά ιδιώματα, Καλίτσιος.

Καλογρίτσας
Από την κεφαλλ. ιδιωμ. λέξη καλογρίτσα, μικρό μαύρο κυάμιο, λη
μητρωνυμικό από το επίθ. καλογρίτσα, υποκορ. του καλόγρια, μπορεί να
χρησιμοποιούταν μεταφορικά για θρησκευόμενες γυναίκες, και όχι απαραίτητα
για κυριολεκτικά μοναχές.

Καλοκύρης
Από τη λέξη καλός, και το κύρης, ο αφέντης, < μσν. κύρης < αρχ. κύριος.
Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 14ο αιώνα, καθώς αναφέρεται κάποιος
Γεώργιος Καλοκύρης από το Ιερόν (σημ.Anadolu Kavak) στο Βόσπορο και τα
ιταλιώτικα σημερινά επώνυμα Calaciura/Caliciuri .

Καλοτάς
Από το προσηγορικό καλόττα (κάλυμμα, σκουφί) και τη δηλωτική καταλ. –άς.
(καλόττα<ιταλ.callota) .
Οικογένεια Καλωτά άκμαζε στα Ιωάννινα τον 16οαιών. (Λαμπρίδης, Αγαθοεργήματα 16) .

Καλπάκης
Από το ν.ε. καλπάκι “το στρογγυλό κάλυμμα του κεφαλιού”< τουρκ. kalpak.

Κάλφας
Από το ν.ε. κάλφας, ο αρχιτεχνίτης, μάστορας, <τουρκ.kalfa.>

Καμακάς
Απο τη λέξη καμακάς, ο καμακιστής, αυτός που ψαρεύει με το καμάκι.Καμάκι<αρχ. κάμαξ.>

Καματερός- ή καματηρός
ο φίλεργος, εργατικός (κάματος) , <αρχ. επίθ. καματηρός. Ως επώνυμο ήδη
από τον 11ο αιώνα, και επώνυμο πατριάρχη του 12ουαιώνα, Καματερός Βασίλειος.

Καμζόλας/Καμζέλας
Από το ιδιωμ. καμζέλι, καμιζόλα, το εσωτερικό γυναικείο κοντό φόρεμα με
κοντά μανίκια και ανοιχτό μπροστά και κοντό παιδικό παντελόνι που κάλυπτε
το στήθος και κούμπωνε στην πλάτη, <βεν.camisola>.

Καμινάς
Από το μεσν. καμινάς, ο καμινάρης-καμινευτής, αυτός που δουλεύει σε
καμίνια. <μσν. καμίνι (ν) < ελνστ. καμίνιον υποκορ. του αρχ. κάμινος.
Ως επώνυμο ήδη απο τον 13ο αιώνα καθώς αναφέρεται κάποιος Λέων Καμινάς.

Καμινάρης
αυτός που ανάβει το καμίνι (του λουτρού) , <ουσ. καμινάριος<ουσ. καμίνιον + κατάλ-άριος. και διαλεκτ. (Χίος) ,
καμινάρης, ο ασβεστοποιός, αρχ. καμινεύς.

Καμπανάρης
Απο τη λέξη καμπάνα (μεσν. λατ. campana) , και την κατάληξη -άρης.
Ο κατασκευαστής καμπανών.Ως επώνυμο ήδη από τον 11ο αιώνα στην
Πελοπόννησο (Καμπανάριος Μιχαήλ) και αργότερα με μορφές όπως
Καμπανάρης (Ανδρέας) -Θεσσ/κη, 1421 και Καμπαναρόπουλος-Θεσσ/κη, 1320.

Καμπάρδης
Προφανώς πρόκειται για σύνθετο αρβανίτικο επώνυμο με δεύτερο συνθετικό
το bardhë-άσπρος. Το πρώτο συνθ. -κα, δεν μπορώ να το εξηγήσω.

Καμπάς
Ο κατασκευαστής γαμπών/καπών (κάπα ή καπάς) , πανωφόρι από χοντρό
μάλλινο ύφασμα. <βεν.gaban> ή Καμπάς Από το τουρκ. kaba, ο χοντρός, άξεστος.

Καμπέρης
Από το αραβ.τουρκ. kamber, δούλος γεννημένος στο σπίτι του κυρίου του, πιστός δούλος.

Συνεχίζεται...

Ευχαριστώ.
__________________
ΑΝ ΝΙΩΣΕΙΣ ΤΗΝ ΣΚΙΑ ΣΟΥ ΝΑ ΦΕΥΓΕΙ ΜΗΝ ΓΥΡΙΣΕΙΣ ΠΙΣΩ ΝΑ ΤΗΝ ΚΟΙΤΑΞΕΙΣ....
Το αληθινό νόημα της φώτισης είναι να κοιτάς όλη τη σκοτεινιά με φωτεινά μάτια [Καζαντζάκης Νίκος]
Απάντηση με παράθεση
  #16  
Παλιά 20-03-15, 17:57
Το avatar του χρήστη AVATARGR-1
AVATARGR-1 Ο χρήστης AVATARGR-1 δεν είναι συνδεδεμένος
Senior Member
 
Εγγραφή: 31-12-2013
Περιοχή: ΑΘΗΝΑ
Μηνύματα: 2.132
Προεπιλογή

Φίλοι μου καλησπέρα σας.

Συνεχίζω το θέμα...

Καναβός/Καναβής-i)
Από το ιδιωμ. κανάβη, είδος αγριόπαπιας.ii) Από το ιδιωμ. κάναβος, ξύλινος
σκελετός του τεχνίτη για το πρόπλασμα από κερί ή από πηλό ή πιθανότερα
αυτός που έχει το χρώμα της καννάβεως.< μσν. καννάβι (ν) < ελνστ.
καννάβιον υποκορ. του αρχ. κάνναβις. Ως επώνυμο ήδη απο τον 13ο αιώνα
καθώς αναφέρονται: ένας Μιχαήλ Καναβός το 1264 στην Κεφαλονιά, και ένας
Νικηφόρος Καναβός το 1364 στην Πόλη.

Κανακάρης-χαϊδεμένος
αγαπημένος, <ουσ. κανάκι* + κατάλ.-άρης<αρχ. ουσ. καναχή

Κανάκης
από τη λέξη κανάκια, χάδια.< <αρχ. ουσ. καναχή. Η λέξη χρησιμοποιούταν και
ως βαφτιστικό. Ως επώνυμο το συναντάμαι το 1264 στη Κεφαλονιά, το 1338
στο χωριό Ψαλιδόφουρνα Χαλκιδικής καθώς αναφέρεται κάτοικος
ονομαζόμενος Μανουήλ Κανάκης, , το 1355 κάποιος Νικόλαος Κανάκης στη
Λήμνο, κ.α..

Κάνιστρας
Ο κατασκευαστής κάνιστρων, 1. πλατύ και άβαθο καλάθι· πανέρι, 2. εξάρτημα
ανυψωτικού μηχανήματος, όπου τοποθετούνται τα υλικά που μεταφέρονται. <
αρχ. κάνιστρον.

Κανλής -φονιάς, <τουρκ. Kanlι>

Κανούτας
Από το ηπειρωτ. διαλεκ. κανούτα, κενούτα= «όνομα φαιόχρου κατσίκας», από
το βλαχ.κανούτ «φαιός, ξανθός»<λατ.canutus.>

Καντέρης- Από το αραβ.τουρκ. kaderi, μοιραίος.

Καντηλιέρης
Απο τη λέξη καντηλ (ι) έρι, το κηροπήγιο, ή λυχνία λαδιού.καντήλι<< ελνστ. κανδήλα.

Καντρής/Κατρής- Από το τουρκ. kadri, δυνατός, ευυπόληπτος.

Καπάνταης- Από το τουρκ.kabadayi, ο παλικαράς.

Καπασάς
Από το μσν. καπάσιον, καπάσι, κάλυμμα κεφαλής αξιωματούχων και ιερωμένων, σχετ.με την κάπα.

Καπάτος Αυτός που είναι ντυμένος με κάπα, <ουσ. κάπα + κατάλ.-άτος
Καπερώνης- Ίσως από το ν.ε.καπερούνι, σκούφος, <γαλλ.chaperon>
Καπιτζής –καπικής, φρουρός πύλης, <τουρκ. Kapιcι>
Καπλάνης- Από το τουρκ. kaplan, τίγρης.
Κάππαρης- από τη λέξη κάππαρη, θαμνώδες φυτό και ο καρπός του, αρχ. ουσ. κάππαρις.

Κάπρης- καπρί,
ο κάπρος. [μσν. καπρίν υποκορ. του αρχ. κάπρος `αγριογούρουνο΄.

Καπώνης- Από το ν.ε.καπόνι, πετεινός ευνουχισμένος <πληθ. caponi του βεν. capon

Καραβέλλας
είδος ιστιοφόρου μεγάλου εκτοπίσματος με τρεις ή τέσσερις ιστούς: [<ιταλ. caravella. Η λ. και σήμ. (-έλα)

Καραβίας/Καραβιάς
Ο σύντροφος του εμπόρου. Ως λέξη πρωτοκαταγράφεται τον 6οαι. μ.Χ. στο
Λειμωνάριο του Ιωάννη Μόσχου.

Καραβιώτης
1) Ο προερχόμενος από τοπωνύμιο σχετικό με το καράβι, όπως Καράβι, Καραβάς, κτλ,
2) η λέξη καραβιώτης δήλωνε και τον ναύτη, ο καραβίσιος.

Καράβολας
Από το ιδιωμ. (Σύμη, Νίσυρος, Ίος, Σαντορ.κτλ) καράβολας, ο σαλίγκαρος,
<ιταλ.caragollo.>

Καραγάτσης Από το ν.ε. καραγάτσι=η φτελιά (είδος δέντρου) <τουρκ. karaağaç.

Καραγκιόζης Από το τουρκ. karagoz, μαυρομάτης.

Καραγκούνης- καραγκούνης,
ο κάτοικος της πεδινής Θεσσαλίας που ασχολείται με τη γεωργία σε αντίθεση
με τους Σαρακατσάνους και τους Βλάχους/ και μεταφ. ο φτωχός, ο αγροίκος.
Ίσως από το τουρκ. Kara+guna «μαυρή κάπα». Οι Καραγκούνηδες της
Θεσσαλίας δεν πρέπει να συγχέονται με τους Καραγκούνηδες-Αρβανιτόβλαχους της Αιτωλοακαρνανίας.

Καρακάσης Από το τουρκ. karakas, μαυροφρύδης.

Καράμανλης (Καραμάνης) κτλ)
Από το τουρκ. karaman, ο μαυριδερός, ή ο καταγόμενος από την Καραμανία.
Παρόμοια μη πατριδωνυμική χρήση του παραγωγικού επιθήματος -li (λής)
μπορούμε να τη συναντήσουμε στα νεοελληνικά λεξιλογικά δάνεια απο την
τουρκική μερακλής, μπελαλής, παραλής (παράς-λεφτά) , σεβνταλής κτλ. Φυσικά η περίπτωση να σχετίζεται το επώνυμο με την περιοχή της Τουρκίας
Karaman δεν είναι καθόλου απίθανη, απλώς δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι
σε κάθε περίπτωση πως χρησιμοποιείται το παραγωγικό επίθημα -λής (τουρκ. li)

Καραμουσαλής -είδος ιστιοφόρου πλοίου, [<ουσ. καραμουσαλί + κατάλ.-ής <τουρκ. Karamusal>

Καραμπέρης
Προσωνυμία που έδιναν άλλοτε οι Ζαγορήσιοι της Ηπείρου στους καμπίσιους
Ηπειρώτες. Ίσως από το τουρκ. kara “μαύρος” + αραβ. Ber «ηστεριά» ή από το
τουρκ.karabiber«μαυροπίπερο».

Καραντινός
Επώνυμο που ανήκει στα εθνικά και εμφανίζεται ήδη από τα βυζαντινά χρόνια.
Τπνμ. Κάρανδα, τα στην περιοχή της Καρίας της Μικράς Ασίας. Ως επώνυμο
ήδη από την Παλαιολόγεια εποχή, Καραντηνός Δοσίθεος, Θεσσαλονίκη,
1385.

Καρατζάς- Από το τουρκ. karaca, μελαχρινός.

Καρβουνάρης
Κατασκευαστής ή πωλητής κάρβουνων, μσν.κάρβουνο (ν) < κάρβων<λατ. Carbo. Ως επώνυμο ήδη από την Παλαιολόγεια εποχή.

Κάργας/Καργάκος
Απο το διαλεκτ. κάργας, ο “χλευαστικώς επιδεικνυόμενος ως δήθεν
σπουδαίος-ανδρείος, κομπαστής:μη μας κάνεις τον κάργα.”. ή από το δημώδ.
κάργα, γέμιση όπλου: «αντίς για κάργες βάνουσι τ’ αρνίθια και κρεμνούσι
« (Τζάνε, Κρ. πόλ. 42511) . [<βεν. carga]

Καρδάρας -κάδος: (Mάξιμ. Kαλλιουπ., K. Διαθ. Iω. δ´ 11 σχόλ) . [<ουσ. καλδάριον (10. αι., Soph.) <μεσν. λατ. Caldarium{ΜΣΚ}

Καρδάσης Από το τουρκ. kardas-καρτνάσης, αδερφός, φίλος.

Καρελιάς- Ο κατασκευαστήςκαρελιών (καρέλια, τα) , όπως λέγονται στην
Ήπειρο τακαρούλια «ο τροχίσκος της τροχαλίας ή και ολόκληρη η συσκευή, το
καρούλι» .Καρέλι< καρούλι< λατ. carrulus.

Καρίπης (Καριπίδης) -έφιππος πολεμιστής του οθωμανικού στρατού.

Καρκα (ν) τζάς ο. 1) Κεφάλι, «ξερό»· το μυαλό κάπ.: «Ειδέ πολλάκις δόξει την και φθάσει ο Καρκατζάς» - (Προδρ. I 35) .
2) Το πτηνό φραγκόκοτα: (Πουλολ. 219) . [<ουσ. καρκάτζι + κατάλ. -άς (πβ. Τσαβαρή, Πουλολ., σ. 147) ]

Κάρκαλης-καρκάλλιν
είδος φορέματος που έφθανε ως τα πόδια: το καρκάλλιν το λαμπρόν, το μεμαργαρωμένον (Καλλίμ. 1556) . [<ουσ. καρακάλλιν (ιδιωμ. σήμ.,
Κουκουλές, Αθ. 35, 1923, 193) <καρακάλλιον (5. αι., L-S, Lampe) <καράκαλλον (4. αι., L-S) <λατ. Caracalla{ΜΣΚ}

Καρκαλούσης- Στη Χίο ο μεταμφιεσμένος στις απόκριες, ο κουδουνάτος.
Καρλάυτης-Χαρλαύτης ή Γαρλαύτης- Αυτός που έχει μεγάλα αυτιά (Πελοπ.)
Καρναβάς-καρναβάς, κάλυμμα του κεφαλιού των κατώτερων κληρικών.
Καρούνης- Από το τουρκ. karun, ο βαθύπλουτος.

Καρπέτας-καρπέτα η,
μακρύ γυναικείο φόρεμα που καλύπτει το σώμα από τη μέση και κάτω, φούστα<βεν.Carpeta>

Καρπούζης-ν.ε. καρπούζι<τουρκ. karpuz
Καρτακάζας-καρτακάζα, τυροτρίφτης, [<βεν. gratacasa]
Καρτάλης- Από το τουρκ. kartal, αετός.

Καρτσανάς-
ο κατασκευαστής καλτσών ή υποδημάτων: (Πουλολ. 331).
[πιθ. <ουσ.Κάρτσανάς/Κάρτσωνας-καρτσονάς <ουσ. καρτσόνι (πβ. καλτσόνι) + κατάλ. -άς, κατασκευαστής καλτσών.

Καρύδης- ν.ε. καρύδι, μσν.καρύδι< αρχ. καρύδιον.>

Καρυπίδης (Γκαριπίδης) - Από το τουρκ. garib=ο ξένος, και την κατάλ. –ίδης, πβ.Ξενίδης.

Καρύκης
Από το ιδιωμ. καρύκι, το «μήλο του Αδάμ», σχετικό με το κάρυον, το καρύδι.
Καρύκης, επώνυμο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως τον 16οαιώνα, γόνος
ιστορικής οικογένειας της Αθήνας.

Κασάλης/Κασαλιάς
Από το τουρκ. kasali, «αυτός που έχει ταμείο, θησαυρό».

Κασάπης- Από το τουρκ. kasap, ο κρεοπώλης, χασάπης.

Κασίδης (Κασιδόκωστας) - κασιδιάρης-που πάσχει από κασίδα* κασίδα η.
Αρρώστια των τριχών του κεφαλιού: (Ιατροσ. κώδ. υνα´) . <ουσ. κασσίδιον

Κασιούρας
Από το βλαχ. caşu «τυρί» (<λατ.caseus) και την λατινογενή καταλ. –ura.

Κασνής
Από το ιδιωμ. (βορ.Ελλ.) κασνί, <τουρκ.kasni, είδος φυτού, το γάλβανο, η φερούλα.

Κασσαβέτης- Από το τουρκ. kasavet, λυπημένος, ανήσυχος.

Καστανάς
Απο το ν.ε. κάστανο< ελνστ.κάστανον, συν την επαγγελματική κατάληξη -άς
(βλ. φαναράς, πιατάς, καρβουνάς κ.α.)

Καταχανάς
Απο το δημωδ. καταχανάς,
1) το κακοποιό δαιμόνιο, βρικόλακας,
2) ο εφιάλτης,
3) ο αδηφάγος, άπληστος.

Κατεβάτης
Από το διαλ. κατεβάτης, <μεσν.καταβατόν, ο κατωφερής.
Η λέξη χρησιμ. και στη λαική μετεωρολογία, ως προσδιορισμός δυνατών ανέμων και κακοκαιρίας.

Κατέλης/Κατάκης/Κατής
Ίσως σχετικό με το ν.ε. κατής<τουρκ.kadi, ο Τούρκος δικαστής επι
τουρκοκρατίας, πρβ. επων. Πασσάς, Μπέης κτλ. Το Κατέλης πιθανότερα
σχετικό με το ιταλ.catello=το μικρό σκυλί.πρβ. γενοβ. όνομα Κατελούζος.

Κατραμάδος- κατραμάδος, επίθ.
1) Aλειμμένος με πίσσα: τοίχο κατραμάδο (Bαρούχ. 6236) .
2) (Μεταφ., προκ. για αμπέλι) που το χώμα του είναι αδιαπέραστο: (αυτ. 6173) . [<βεν. catramado]

Κατραούρας.. Από το ιδιωμ. (Αιτ/νια) κατράου, κατουράω, κατραούρας ο κατουρλής.
Κατσάκος..Από το τουρκ. kacak, δραπέτης, κλεφτης.
Κατσανέβας- Από το δημωδ. κατσανέβας, ο φορτοεκφορτωτής, χαμάλης.
Κατσάνης- Από το τουρκ. kacan, εκείνος που φεύγει, ο φυγάς.

Κατσαντώνης
Επώνυμο περίφημου προεπαναστατικου Σαρακατσάνου κλέφτη. Κανονικό του
όνομα Αντώνης Μακρυγιάννης. Το όνομα με το οποίο έγινε γνωστό
ετυμολογείται από το τουρκ.kaçan”φυγάς” και το βαφτιστικό Αντώνης.

Κατσαχνιάς
Από το ιδιωμ. κατσαχνιά, η καταχνιά, η αραιή ομίχλη, <μσν. καταχνιά, <κατ
(α) –αχν (ος) -ιά.. Πρβλ. παρόμοιας σημασίας επών. Κατσιφάρας.


Κατσηφάρας
Από το δημωδ. κατσιφάρα (Πελ/σο, Κρήτη, κτλ) , μτφ ο κατηφής, και κατσηφιά η ομίχλη.

Κατσίγαρης- καστιγαρίζω.
Τιμωρώ: (Βουστρ. 3107-8) . [<ιταλ. castigare. Τ. καστιορίζω]

Κατσίκης
Από το τουρκ. kacik, ν.ε.κατσίκι, ίσως ο βοσκός κατσικιών ή ο γρήγορος σαν κατσίκι.

Καφανταρης
Από το τουρκ.περσ. kafandar, σύντροφος, επιστήθιος φίλος.

Καφάς -σβέρκος: (Φορτουν. Δ´ 407) . <τουρκ. Kafa>
Καφίρης – Απο το μεσν.δάνειο καφίρης, ο άπιστος, <τουρκ. Kâfir>

Συνεχίζεται....

Ευχαριστώ.
__________________
ΑΝ ΝΙΩΣΕΙΣ ΤΗΝ ΣΚΙΑ ΣΟΥ ΝΑ ΦΕΥΓΕΙ ΜΗΝ ΓΥΡΙΣΕΙΣ ΠΙΣΩ ΝΑ ΤΗΝ ΚΟΙΤΑΞΕΙΣ....
Το αληθινό νόημα της φώτισης είναι να κοιτάς όλη τη σκοτεινιά με φωτεινά μάτια [Καζαντζάκης Νίκος]
Απάντηση με παράθεση
  #17  
Παλιά 25-03-15, 10:03
Το avatar του χρήστη AVATARGR-1
AVATARGR-1 Ο χρήστης AVATARGR-1 δεν είναι συνδεδεμένος
Senior Member
 
Εγγραφή: 31-12-2013
Περιοχή: ΑΘΗΝΑ
Μηνύματα: 2.132
Προεπιλογή

Φίλοι μου καλημέρα σας.

Συνέχεια του θέματος....

Κ

Καφτάνης Από το τουρκ. kaftan, πολυτελής μανδύας.
Καχραμάνος Από το τουρκ. περσ. kahraman, ήρωας.

Καψάλης
Σχετικό με τη λέξη καψάλα.Σύμφωνα με το Λεξ. Τριανταφυλλίδη:καψάλα,
καμμένο μέρος. [καψ- (καίω) -άλα]. Ως επώνυμο με τη παρόμοια μορφή
Καψαλάς απαντάται τον 14ο αιώνα καθώς αναφέρεται κάποιος Καψαλάς στο
Νεοχώριον Χαλκιδικής.

Καψής Ίσως σχετικό με το κάψα, κάμψα, η κίστη, θήκη.

Κελάρης
κελλάρης, υπεύθυνος για την αποθήκη τροφίμων, οικονόμος <μτγν. ουσ. κελλάριος

Κελεσίδης Από το τουρκ.keles-ο κασσιδιάρης.

Κελέφας κελεφός, επίθ. λεπρός

Κέμος Από το τουρκ. kem, ελλατωματικός.
Κεντέρης Σχετικό με το τουρκ. keder, λύπη.
Κέπας- Από το αρβαν/ kjeπε, κρεμμύδι.
Κεφίλης κεφίλης ο· κιφίλης. Εγγυητής- <τουρκ. Kefil>
Κεχαγιάς γραμματέας ανώτατου αξιωματούχου, <τουρκ. kehaya <περσ. Kethüda>

Κιννάμος-όνομα Βυζ.ιστορ., κίνναμον το. είδος αρωματικού ξύλου, κανέλα..
Κιόρης Από το τουρκ. kör “τυφλός”.

Κιρμιζής- επίθ.· κερμεζής· χρεμεζής· Κόκκινος, ερυθρός, <τουρκ. kιrmιzι· πβ. ιταλ. chermisi, cremisi>

Κίσσας Από το δημωδ. κίσσα, είδος αποδημητικού πουλιού, <αρχ. κίσσα.>

Κλαδάς
(όνομα Χειμαριώτη στρατιώτη) από το κλαδί, βλαστός δέντρου ή θάμνου,
κλωνάρι, κλαδί, βέργα, (βλ. Βεργής, Κλωνάρης, Κλάδος, Κλάρας)

Κλάπας
κλάπα, «ξύλινα έμβολα όπου στηρίζονται τα πλαίσια παραθύρων.θυρών κλπ.»Κλάπα< ίσως από το λατ. clava.>

Κλαψής/Κλαψάκης/Κλαψιάρης- ν.ε. κλάψα, κλάμα.
Κλής Συγκεκομμένος τύπος τουΠερικλής και Θεμιστοκλής.

Κλούρας- Από το ιδιωμ. (Αιτ/νια) , κλούρι/κλούρα,
το κουλούρι/κουλούρα<μσν. κουλούρα < ελνστ. κολλούρα< αρχ. κολλύρα. >

Κλωνάς/Κλωνάκης/Κλωναράς/Κλωναράκης, Κλωνάρης/Κλωναρίδης
Από το μεσν./δημωδ. κλώνι, το κλωνάρι, το τρυφερό μικρό κλαδί, σαν
χαρακτηρισμός ανθρώπου με την έννοια του παληκαριού, του νέου,
< κλωνίον υποκορ. του αρχ. κλών.>

Κοίλιαρης-κοιλιάρης, επίθ.· ουδ. κοιλιάριν. Που έχει μεγάλη κοιλιά: χοντρός

Κοθρής
Απο το δημωδ. κοθρής, αυτός που μαζεύει υπολείμματα ψωμιού, ψίχες
(αλλιώς κοθρί) , μτφ. ο ευτελής και συμφεροντολόγος, μεσν. κόδρα `γύρος
ψωμιού, γύρος ταψιού΄<λατ. codra.>

Κόκας- Από το αρβ. kokë-a «κεφάλι».
Κόκκαλης
Από το ν.ε. κόκαλο, ή το μεγενθ. κόκαλος<αρχ.κόκκαλος, και την καταλ. –ης.

Κόκκας/Κίκιζας- Από το αρβαν. κοκje/κόκα, το κεφάλι.
Κοκκωτός- κοκκωτός, επίθ.· κουκκωτός. κατάστικτος, πιτσιλωτός, <ουσ. κόκκος + κατάλ. -ωτός>

Κοκόνης
Από το διαλεκ. (Ηπειρ.) προσηγορικό κοκόνι, το μικρό σκυλί, υποκορ. του κοκόνα.

Κοκόζης- Από το τουρκ. kokoz, ο φτωχός, ενδεής.
Κολαούζης- οδηγός, μτφ. ο ενοχλητικός, <τουρκ. Kιlavuz>

Κολιός είδος ψαριού, αρχ.κολί (ας) .
Στις περισσότερες περιπτώσεις πάντως πρέπει να σχετίζεται με την
υποκοριστική μορφή του βαφτ. Νικόλαος>Νικολιός>Κολιός. βλ.παρακάτω.

Κολλιός/Κολιός
Από τα βαφτ. Κολλιός-Κολιός μορφές του Νικόλαος> Νικολιός>Κολιός.
Οι Αρβανίτες χρησιμοποιούν την παραλλαγή Κόλλιας/Κόλιας, με τροπή του ο
σε α, όπως παρατηρούμε και σε άλλες περιπτώσεις Νίκος-Νίκας, Ζερβός-
Ζέρβας κτλ.

Κολοκούρης/Κωλοκούρας
Από το ιδιωμ. κουλουκούρα, κωλοκούρα, τα μαλλιά γύρω από την ουρά και
τον κώλο του προβάτου, μεταφορικά το μπαξίσι, και κουλουκρίζω, κουρεύω
τα πρόβατα.

Κολοκυθάς
από το ν.ε. κολοκύθι< μσν. Κολοκύθι<αρχ.κολοκύνθιονυποκορ. τουκολοκύνθη.

Κολτσίδας, Κολλιτσίδας
Επώνυμο (το πρώτο) Αιτωλοακαρνάνα αγωνιστή του Εικοσιένα. Είδος φυτού
κολλητσίδα (Ηπειρ.) , αλλού αφορμοχόρτι, επιστ. Potentilla pedata.Kοινή
ονομασία διάφορων φυτών, των οποίων οι βλαστοί ή τα σπέρματα περιέχουν
κολλητική ουσία . Μεταφ. άνρωπος φορτικός που προσκολλαται
απρόσκλητος.< μσν. κολλητσίδα < *κολλητίδα < κολλητ (ός) -ίς > -ίδα (Λεξ.Τριαντ.) .

Κομπωτής
Από το μεσν. και ιδιωμ. επιθ. κομπωτής, ο απατεώνας, από το ρήμα κομπώνω,
εξαπατώ, ξεγελώ. Και μτφ. ο ψεύτικος, ο φαντασμένος, <Γλωσ.Ησυχ. κομβόω.
Και ως όνομα γνωστής κωμόπολης της Άρτας, το Κομποτί, πατρίδας του
Ν.Σκουφά, και χωριό της Αιτωλοακαρνανίας, Κομπωτή.

Κονδυλάκης/Κονδύλης
Σχετικό με το ν.ε. κοντύλι, ειδική γραφίδα από σχιστόλιθο, με την οποία
έγραφαν επάνω στην πλάκα οι πολύ μικροί μαθητές, < μσν. κοντύλι (ν) <
ελνστ. κονδύλιον (προφ. [nd]) υποκορ. του αρχ. κόνδυλος.

Κονταξής (Κονταξόπουλος, Κονταξάκης, Κοντακτσής, Κοντακτζόγλου) -kundakçi-ο πυρπολητής, εξελληνισμένη ακουστικά kç-ξ *.

Κονταράτος-κονταράτος,
επίθ. Οπλισμένος με κοντάρι, <ουσ. κοντάριον + κατάλ. –άτος.
Ως επώνυμο ήδη από την Παλαιολόγεια εποχή, Κονταράτος -1264 στην
Κεφαλονιά, και τον 14ο στη Μεθώνη, και Πτελέα και Λεύκη Χαλκιδικής.

Κοντζάς-
ν.ε. κοντζάς ο. κάλυκας άνθους, μπουμπούκι: τριαντάφυλλα κοντζάδες (Διγ.
Α 2845) . [<τουρκ. gonca ή konca].

Κόντης
α) Τίτλος ευγενείας στη φεουδαρχική Δύση, κόμης: (Δούκ. 8521-2) ·
β) ως προσφών.: . [<ιταλ. conte - παλαιότ. γαλλ. Conte], πρβ.Δούκας,
Μπέης κτλ.
Ως επώνυμο ήδη από την Παλαιολόγεια εποχή.

Κοντόσταυλος-κοντόσταβλος·.
Ανώτατος αξιωματικός (αξιωματικός τρίτος στην στρατιωτική ιεραρχία μετά
τον πρωτοστάτορα και τον μεγάλο στρατοπεδάρχη) : <μεσν. λατ. Conestabulus.
Ως επώνυμο ήδη από την Παλαιολόγεια εποχή, αναφέρεται κάποιος με
επώνυμο Κοντόσταυλος το 1321 στη Χαλκιδική.

Κοργιαλάς/Κοριαλάς
Από το ιδιωμ. (Αιτ/νια) κοριάλο/κουριάλου, εύληπτη τροφή παρασκευασμένη
ειδικά για τους μελλοθάνατους, κοριαλάς ο παραγωγός της.

Κόρδας-i) χορδή μουσικού οργάνου,
ii) έγχορδο μουσικό όργανο, iii) χορδή τόξου, μτφ ο κορδωτός, ευθυτενής.

Κορμαλός/Κορμαλάς
Από το δημωδ. κορμαλός, αλλιώς κορμαράς, ο σωματώδης, και μεγαλόσωμος.

Κορμπάκης/Κορμπόπουλος
Από το ιδιωμ. κόρμπα (η) , κόρμπος (ο) , ο μούλος, και κυρίως ο μαύρος, ο
σκούρος, χαρακτηρισμών μαύρων αιγοπροβάτων.
Η λέξη στα τσακώνικα, αλλά τουλάχιστον σε όλη την Πελοπόννησο, <λατ.corvus-κοράκι.>

Κοροβέσης
Από το αρβαν. korroveshe, (korr + vesh) , είδος στάμνας, σαν επίθετο δηλώνει τον κουτσάφτη, τον χωρίς αυτιά.

Κορφιάς
Από το διαλεκτ. (Μάνη και αλλού) κορφιάς, κορφέας, η ανώτατη οριζόντια
δοκός της στέγης, ετυμολογικά σχετικό με την κορυφή, πρβλ παρόμοιας
σημασίας επώνυμα Γκλαβάνης, Πρέκκας.

Κορφιάτης
Επώνυμο που δηλώνει καταγωγή από την Κορφώ/Κορυφώ, αλλιώς η
Κέρκυρα, η ονομασία καταγράφεται από την Άννα Κομνηνή-11ος αι.

Κοσκινάς -αυτός που κατασκευάζει ή πουλάει κόσκινα: [<ουσ. κόσκινον + κατάλ. -άς]
Κόσκος- Από το αρβαν. κόσκε-α, κόκκαλο.{ΣΗΤΡ}
Κοτζαλής (Κοτσαλίδης, Κοτσαλής)... Από το τουρκ. kocali, η παντρεμένη γυναίκα.
Κοτζαμάνης Από το τουρκ. kocaman, μεγαλόσωμος.
Κοτζιάς Από το τουρκ. koca, μεγάλος, πβ. κοτζάμ.

Κοτσάκης/Κοτσακίδης
Από το τουρκ. koçak «ανδρείος, θαραλέος». Σε πολλές περιπτώσεις το
επώνυμο μπορεί να προέρχεται από τη μορφή του βαφτ. Κώστας-Κώτσος και
την υποκοριστική κατάληξη –άκης.

Κότσιαρης/Κώτσιαρης- Από το βαφτ. Κότσιος<Κωνσταντίνος. Σχετικό με το βουλγ. Kоцо.

Κοτσώνης
Από το ιδιωμ. ρημ. κοτσώνω, επαίρομαι, κορδώνομαι, και κοτσώνης ο
επηρμένος. Πιθανό είναι να είναι απλώς μια υποκορ. μορφή του ονόματος
Κώστας>Κότσος, με την υποκορ. κατάληξη -ώνης (πρβλ. το υποκορ. επίθημα
-όνι, βλ. κλεφτρόνι, στριφόνι κ.α.) . Παρόμοια σχηματίστηκαν επώνυμα όπως
Γεωργιώνης, Γιαννακαρώνης, Διακώνης, Δροσώνης, κ.α.

Κουβαράς
Από το δημωδ. κουβαράς, ο κατασκευαστής, ο πωλητής κουβαριών νήματος.,
<αρχ. κόβαρος. Ως επώνυμο τουλάχιστον απο τον 14ο αιώνα, καθώς
αναφέρεται στην Πάφο της Κύπρου κάποιος Μιχαήλ του Κουβαρά, το 1360
ένας πρωτοψάλτης Κουβαράς, το 1368 κάποιος χαρτοφύλαξ Θεόδωρος
Κουβαράς κ.α.

Κούβελας-Από το μεσν. κουβέλι το. κυψέλη: της μέλισσας, <παλαιότ. γαλλ.
cuvel (l) e, cubel>

Κουλακμάνης
Από το τουρκ.kulak, αυτιάς, συν το επιτακτικό μόριο -μάν (ης) , “αυτάρας”.

Κουκής/Κουκκής/Κουκκίος
Σχετικό με το ν.ε. κουκκί, το όσπριο, < μσν. κουκκί (ν) < < ελνστ. κοκκίον
υποκορ. του αρχ. κόκκος. πρβλ. Φασουλής, Νεράντζης, Ρεβύθης κτλ.
Ως επώνυμο τουλάχιστον απο τον 14ο αιώνα, το 1348, καθώς αναφέρεται
κάποιος πάροικος στις Σέρρες, Μιχαήλ Κουκκής.

Κουκουβάς-ο· κουκκουφιάς. κουκουβάγια, ηχοπ. λ. ή <ουσ. κουκούβα>

Κουκούδης- κόκκος, κουκούτσι, <ουσ. κόκκος + κατάλ. -ούδι (το χαλάζι)

Κουκουζέλης- κουκουτσέλα, κουκουνάρα
(παροιμ: απήρα εγώ παρ’ εκείνου … κουκουτσέλα, εκείνος δε παρ’ εμού βρύα,
Σφρ., Χρον. 64) , [<ουσ. κουκούτσιν + κατάλ. -έλα]

Κουκουλιός/Κουκουλός/Κουκουλόπουλος
Από τη καταγεγραμμένη υποκορ. μορφή του βαφτ.
Νικόλαος, στα βορειοελλαδικά ιδιώματα, Κουκουλιός<Κουλιός< Κολιός<Νικολιός<Νικόλαος.

Κουκούμης/Κουκουμάς
Από το ουσ.κουκούμιν το. Χάλκινο δοχείο νερού· χύτρα. μτγν. ουσ. κουκκούμιον.
Το δεύτερο επώνυμο σχηματίστηκε με την συχνή επαγγελματική κατάληξη
–άς (βλ. Φαναράς, Καλαθάς, Πιατάς, κ.α.) .

Συνεχίζεται...

Ευχαριστώ.
__________________
ΑΝ ΝΙΩΣΕΙΣ ΤΗΝ ΣΚΙΑ ΣΟΥ ΝΑ ΦΕΥΓΕΙ ΜΗΝ ΓΥΡΙΣΕΙΣ ΠΙΣΩ ΝΑ ΤΗΝ ΚΟΙΤΑΞΕΙΣ....
Το αληθινό νόημα της φώτισης είναι να κοιτάς όλη τη σκοτεινιά με φωτεινά μάτια [Καζαντζάκης Νίκος]
Απάντηση με παράθεση
  #18  
Παλιά 28-04-15, 15:34
Το avatar του χρήστη AVATARGR-1
AVATARGR-1 Ο χρήστης AVATARGR-1 δεν είναι συνδεδεμένος
Senior Member
 
Εγγραφή: 31-12-2013
Περιοχή: ΑΘΗΝΑ
Μηνύματα: 2.132
Προεπιλογή

Φίλοι μου καλησπέρα σας.

Συνεχίζω το θέμα με το γράμμα....

Κ

Κουκούρης
Αγροίκος, άξεστος άνθρωπος: « Της χώρας είμαι εγώ άθρωπος και μη με λες κουκούρη». κούκουρον το.
Φαρέτρα: τα κούκουρά του εβάσταινε, το απελατίκι εκράτει (Χρον. Μορ. H 5062) .

Κουλούκης
Από το κουλούκης, ουσ. *κυλάκιον <σκυλάκιον κουτάβι ή (υβριστ.) ανόητος,
απερίσκεπτος. Εμφανίζεται ως επώνυμο τον 9οαιώνα, Theophanes ο και
Ισαάκιος, Bonnae, 1839.

Κούμαρης-κούμαρι
Αγγείο πήλινο ή γυάλινο, κανάτι, μσν. κουκουμάριον με απλολ. [kuku > ku]
υποκορ. του ελνστ.ἡκούκουμ (α) -άριον (< λατ. cucuma)

Κουμάς
Επώνυμο σχετικό με το διαλεκτ. (Κρήτη) . κούμος, ορνιθώνας, καλύβι.{ΚΡΗΤ}

Κουμέλης
Από το ν.ε. κουμέλλα, μικρό πήλινο δοχείο όπου βάζουν συνήθως γάλα και
γιαούρτι. <μτγν.καμέλλα=είδος ποτηριού.

Κουμπής
Συνηθισμένο επών. Σαρακατσάνων του Ζαγορίου από το
ν.ε.κουμπί<μεσν.κομβίον, υποκρ. του αρχ.κόμβος.
Στην περίπτωση των Ζαγοριτών χρησιμοποιείται μεταφορικά με τη σημασία
του επιθέτου κουμπένιος-καλοκαμωμένος.

Κουμπουρης-κουμπούρι
Το όπλο, και κυρίως το πιστόλι. [μσν. κουμπούρι `θηκάρι΄ < τουρκ. kubur -ι,
κατά τη σημερ. σημ. της τουρκ. `πιστόλι του ιππικού΄.

Κουνάδ (β) ης-κουνάδι, κουνάβι, <σλαβ. kuna + κατάλ. -άδι

Κούνδουρος
1) Κολοβός, με κομμένη ουρά: σκυλί κουντούρι (Σπαν. (Ζώρ.) V 389) .
2) Κοντός: κόβγει τα (ενν. τα ρούχα) ως τα γόνατα και κούντουρα τ’ αφήνει
(Ερωτόκρ. Δ´ 579) .
3) (Στη θέση εθν.) : εν έτει ‚ςωοδ´ απήραν οι κούντουροι την Μεσημβρίαν
(Byz. Kleinchron. Α´ 2141) . Η λ. και τ. Κούνδουρος σε τοπων.:
(Δωρ. Μον. XX) , (Χρον. Μορ. P 1724) . [<επίθ. κόντουρος.
Η λ. τον 9. αι. (βλ. Κριαράς 1988: Β´ 89· Kahane, GR I 571-2) , στο Meursius και σήμ. ιδιωμ...

Κουνέλης- κουνέλι, <ιταλ. coniglio

Κουνενός- κούνενα, μικρό πήλινο αγγείο που χρησιμοποιούνταν ως ποτήρι.

Κουντουράς
Απο το μεσ.ελλ. (9ος αιων.) , κόντουρος, ο κολοβός ή μεσ.ελλ. κουντούρα, είδος παπουτσιού.

Κουντούρης (Κουντουράς)
Κουντούρι το· κουντόρι.
Είδος παπουτσιού· φρ. κρατώ κάπ. εις το κουντόρι = ακολουθώ κάπ. «κατά πόδας»
παρακολουθώ κάπ., «έχω κάπ. στο χέρι»: (Χρον. Τόκκων 2836) . [ουδ. του επιθ. κούντουρος ως ουσ. ή <ουσ. κουντούρα]

Κούντουρος
(κοντός, ουρά) , ο κολοβός, Η λέξη και στον Σουΐδα (10ος αι.) =κούθουρον, τον κούντουρον.{GLOBG}

Κουρβούλης
Από το δημωδ. κουρβούλα, ο κορμός του αμπελιού, η κουρμούλα. Μτφ. ο αδρανής, ο ακίνητος.
Ως επώνυμο τουλάχιστον απο τον 14ο αιώνα, καθώς αναφέρεται κάποιος
Γεώργιος Κουρβουλέας στα Τρίκαλα Θεσσαλίας. (ΛΔΗΜ)

Κουρεμάδης
Από το δημωδ. κουρεμάδι, κούρεμα σίρριζα με το ψαλίδι ή τη ψηλή χειρομηχανή.

Κουρής
Ίσως από το δημωδ.κούρης, ο περιφερόμενος εδώ και εκεί ασκόπως, φυγόπονος, άεργος. Ή σχετικό με το μεσν. κουρά,
1) κουρά (ως μέρος της τελετής της χειροτονίας ιερωμένου) , ή
2) η ιδιότητα του μοναχού.
Ως επώνυμο, Κουρής, εμφανίζεται πρώτη φορά τον 13ο αιώνα, κάποιος
Κουρής Κωνσταντίνος, στην Τραπεζούντα. (

Κουριέρης- ταχυδρόμος, <ιταλ. Corriere>

Κουρκούλης- Από το διαλεκτ. (Ηπειρ.) κουρκούλι, η πέτρα, το λιθάρι.

Κουρκουμέλης
Ίσως σχετικό με το μσν. κούρκουμο, είδος χαλιναριού, φίμωτρο. <λατ. curcuma.
H λ. στον Hσύχ. (6ος αι.) και στα Πτωχοπροδρομικά (12οςαι.) .
Συν την ιταλογενή κατάληξη –έλης, που συνηθίζεται στη Μυτιλήνη, Αϊβαλί, Λήμνο, Ίμβρο κτλ.

Κουρκουμπέτης
Από το βλαχ. curcubeta=το κολοκύθι, <λατ.curcubita. πρβλ. Κολοκύθας.

Κουρμούλης- Από το ιδιωμ. κουρμούλι, κορμός δέντρου, χαμόκλαδου.

Κουρούζης- κουρουζής ο. Παλαίμαχος γενίτσαρος, <τουρκ. Korucu>

Κουρούκλος- κουρούκλα είδος τεύτλου, πιθ.<λατ.*colucula>

Κουρούνης
κουρούνα, κορώνη, είδος πουλιού, μτφ, «γίνομαι κουρούνα» = μεθώ υπερβολικά, <αρχ. ουσ. κορώνη

Κουρούπας (-ης, -ος)
πήλινο δοχείο, πιθάρι, <ουσ. κουρούπι + κατάλ. -α ή <ουσ. κορύπη>

Κουρούπης/Κρούπης
Από το ν.ε. κουρούπι (και κρούπι με συγκοπή του άτονου ου) , "πήλινο δοχείο"
<ουσ. κορύπη, μτφ. ο μεθυσμένος.>

Κουρούσης- Από το τουρκ. kurus, το γρόσι.

Κουρσούνης- κουρσουνιά, τουφεκιά, <τουρκ. Kurşun>

Κουρτέλας- κουρτέλλα, μαχαίρι, <βεν. Cortela>

Κουρτέσης- κουρτέσης
θηλ. κουρτεσά, ευγενικός, λεπτός στους τρόπους, <μεσν. γαλλ. corteis ή <ιταλ. Cortese>

Κουρτίδης- Από το τουρκ. kurt, λύκος.

Κούσκουρας / Κουσκούρης- Από την κεφαλλ. ιδιωμ. λέξη κούσκουρας, ο φλύαρος, πολυλογάς.

Κουτουμάνος
Από την κεφαλλ. ιδιωμ. λέξη κουτουμάνος, το μικρό ευτραφές κουτάβι,
σπάνια και το μικρό παιδί με τα ίδια χαρακτηριστικά.

Κουτουρλός
Από το ιδιωματικό (Αιτωλοακαρνανία) κουρουρλός, ο κουτσάφτης, αυτός με
κουτουρλεμένα (κουτσουρεμένα) τ’ αφτιά.

Κούτρας/Κούτρη
Απο το δημώδ. κούτρα, το κεφάλι. Το επώνυμο ίσως με την έννοια του
«κεφάλα». Ετυμολογικά προέρχεται απο το μεσν. κούτρα και αυτό με τη σειρά
του απο το λατινικό scutra.
Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 14ο αιώνα (1304) , αναφέρεται κάποιος
Δημήτριος Κούτρας, πάροικος Λήμνου.

Κουτρούλης- κουρεμένος· φαλακρός, Xρον. Mορ. H 3061, σχετ. με το ουσ. κούτρα.

Κουτρούμπας- κουτρούβιν
είδος πήλινου δοχείου, πιθ. <ουσ. κουτρούπι (ον) <κούτρα, H λ. τον 11. αι..>

Κουτσούμπας
Από το διαλεκτ. κουτσουμπός, α άνευ κορυφής, ”κουτσουμπό κυπαρίσσι”,
”κουτσουμπή μύτη”, γενικά ο κολοβός. Ετυμολογικά σχετικό με το “κουτσός”.

Κουτσομύτης
που έχει κομμένη μύτη, ως επώνυμο τον 11. αι στην Αλεξιάδα της Ειρήνης της Κομνηνής.
Ταυτόσημο με το βυζ. Ρινότμητος, λόγω της συνήθους τιμωρίας να κόβουν την μύτη στον ένοχο.

Κουτσούκος- Από το τουρκ. kucuk, μικρός.

Κουτσουλιανός
Από την κεφαλλ. ιδιωμ. λέξη κουτσουλιανός, είδος πτηνού, ο κορυδαλός.

Κουτσούνης- ίσως από το δημωδ. κουτσούνα, η κούκλα.

Κουτσουρέλας/ης
Από το ιδιωμ. (Ζαγ.) κουτσουρέλα- η άτεκνη, σχετικό ετυμολογικά με το κουτσ (ος) . (MEYER)

Κουτσούτης
Από το διαλεκτ. (Χίος) , κουτσούτα αίγα, γίδα με κοντά αυτιά, πρβ. κουτσάφτης.

Κόφας- η· κούφα. μεγάλο κοφίνι, <βεν. cofa>

Κραμπής- Από το δημωδ. κραμπί, το φυτό κράμβη, το λάχανο, <αρχ. ουσ. κραμβίον.

Κρανίδης
Από το μεσν. κρανίδι (ον) , το μικρό κράνος, μικρή περικεφαλαία.
Και τοπωνύμιο, Κρανίδι στην Αργολίδα, ίσως από κάποιον πρώτο οικιστή του
οικισμού, Κρανίδη.

Κρανιδιώτης
Επώνυμο που δηλώνει καταγωγή από την κωμόπολη του Κρανιδιού
Αργολίδας. Επώνυμο αδικοχαμένου πολιτικου.{ΤΠΝΜ}

Κρασάς
Το επώνυμο από το ν.ε. κρασί<μσν.κρασίν, κρασίον. Δηλώνει τον οινοπώλη, ή
τον παραγωγό κρασιού. Εμφανίζεται ως επώνυμο τον 10ο αι. στο Theophanes
Continuatus (198, 17) .

Κρεμανταλάς
Από το επίθετο κρεμανταλάς ο, θηλ. κρεμανταλού, (οικ.) χαρακτηρισμός
ανθρώπου πολύ ψηλού, άχαρου και άκομψου στις κινήσεις.
< *κρεμομανταλάς< κρεμ (ώ) -ο- + μανταλ (άκι) -άς· κρεμανταλ (άς) –ού.

Κρεμαστινός
Επώνυμο που δηλώνει καταγωγή από χωριό με το όνομα Κρεμαστη. Χωριά με
αυτό το όνομα υπάρχουν στη Ρόδο, Ξάνθη, Λακωνία.

Κρέμος
Από το μεσν. κρέμμυον, το κρεμμύδι. Σαν επώνυμο αναφέρεται ήδη με τη
μορφή Κρεμού, και Κρεμουλής-Κρεμμός τον 13ο και 14ο αιώνα αντίστοιχα.

Κριεζής
Από το αρβαν. κρίε (κεφάλι) και το δεύτερο συνθ. –ζι (μαύρο) , δλδ ο μαυροκέφαλος.

Κριεκλόκης- Από το αρβαν. κρίε (κεφάλι) και κλόκε (άδειος) , ο κουφιοκέφαλος.

Κριεκούκης
Από το αρβαν. κρίε (κεφάλι) και κούκj-ι (κόκκινος) , ο κοκκινοτρίχης.

Κριεκούκης
Από το αρβαν. κρίε (κεφάλι) και μάδε (μεγάλος) , ο κεφάλας.

Κριθάρης-
κριθάρι<μσν.κριθάρι (ν) < ελνστ.κριθάριον υποκορ. του αρχ.κριθή.

Κρικέλης
κρικέλλιον το· κερκέλλι· κιρκέλλιν· κρικέλλι· κρικέλλιν, κρίκος, χαλκάς,
<ουσ. κρίκελλος, H λ. τον 6. αι. (Μαυρίκ.Στρατ.1, 2)

Κριτής
Από τη λέξη κριτής, που εκτός της διαχρονικής της σημασίας, αυτός που
κρίνει, επι Βυζαντίου, τίτλος αξιώματος, επιτηρητής της τάξης αναλόγως-
κριτής του ιπποδρόμου, -κριτής του βήλου κτλ. Η λέξη σαν επώνυμο από την
περίοδο των Παλαιολόγων, τουλάχιστον, ως Κριτής, Κριτόπουλος.

Κροκάς
Από το μεσν. κρόκα/κρόκη, το υφάδι, το δημωδ. κροκίδι, συν την παραγ.
καταλ.-ας.
Ως επώνυμο τον 14ο αιώνα, ως Κροκάς στο Άγιο Όρος, και ως Κροκκάς στην Ιερισσό (1300) .

Κροκύδας- κροκύδα, μαλλί ξασμένο, αρχ. ουσ. κροκύς.

Κροντηράς
Από το δημωδ. κροντήρι, ο κρατήρας, από το μεσν. κροντήριον κρυωρήριον,
εκεί που κρυώνει το νερό. Συν την κατάλ. –άς, που δηλώνει επάγγελμα
(πρβλ.φαναράς, παπλωματάς, γαλατάς κτλ) .

Κρούσκας
Από το αρβαν. krushk, ο κουμπάρος, και ο ανύπαντρος συγγενής, <*kushker<λατιν.consocer”πεθερός”.>

Κτενάς/Χτενάς
Από το δημωδ. χτένα, και την παραγ.καταλ.-άς, ο κατασκευαστής χτενών,
το «κ» στην πρώτη εκδοχή ίσως οφείλεται σε «λόγια ευφωνία». < ελνστ. κτένιον. (ΛΔΗΜ)

Κυδώνης-ν.ε. κυδώνι, μσν.κυδώνι (ν) < ελνστ. κυδώνιον< αρχ. Κυδώνια μῆλα.

Κυπαρίσσης-κυπαρίσσι, αρχ. ουσ.κυπάρισσος{Λ.Τ.}

Κυράνης/Κυράνας
Μητρων. επώνυμο από το βαφτ. Κυράν (ν) α, μεσν. κυράνα « η μητέρα», ίσως < κυρά και μεγενθ. καταλ. –άνα.>

Κυριαζής
Από το βαφτ. Κυριαζής, παραλλαγή του Κυριάκος (Τριανταφυλλίδης, Ονόματα, σ.14).
Διαδεδομένο σε όλο τον ελληνικό χώρο, Κυριαζόπουλος, Κυριαζάκης,
Κυριαζίδης, Κυριαζούδης κτλ. Επώνυμο του Ρήγα Βελεστινλή (Φεραίου) .

Συνεχίζεται.

Ευχαριστώ.
__________________
ΑΝ ΝΙΩΣΕΙΣ ΤΗΝ ΣΚΙΑ ΣΟΥ ΝΑ ΦΕΥΓΕΙ ΜΗΝ ΓΥΡΙΣΕΙΣ ΠΙΣΩ ΝΑ ΤΗΝ ΚΟΙΤΑΞΕΙΣ....
Το αληθινό νόημα της φώτισης είναι να κοιτάς όλη τη σκοτεινιά με φωτεινά μάτια [Καζαντζάκης Νίκος]
Απάντηση με παράθεση
  #19  
Παλιά 28-04-15, 19:08
Το avatar του χρήστη xtabay
xtabay Ο χρήστης xtabay δεν είναι συνδεδεμένος
Senior Member
 
Εγγραφή: 22-07-2012
Μηνύματα: 615
Προεπιλογή

Γνωρίζω κάποιον Κουρη ο οποίος μου ειπε οτι το επίθετο αυτο σημαίνει υπηρέτης .
Απάντηση με παράθεση
  #20  
Παλιά 28-04-15, 19:21
Το avatar του χρήστη AVATARGR-1
AVATARGR-1 Ο χρήστης AVATARGR-1 δεν είναι συνδεδεμένος
Senior Member
 
Εγγραφή: 31-12-2013
Περιοχή: ΑΘΗΝΑ
Μηνύματα: 2.132
Προεπιλογή

Φίλοι μου καλησπέρα σας.

Φίλε μου xtabay υπάρχουν πολλές υποθέσεις σχετικά με επώνυμα που κάποιοι
πιστεύουν ότι γνωρίζουνε...
Πάντως κουρά σημαίνει μοναχική μύηση επίσης το κούρεμα των προβάτων..
Αλλά υπάρχουν και οι περιπτώσεις που τα επώνυμα είναι μια μίξη απο αρχαία
Ελληνικά , λατινικά , Τούρκικα Αρβανίτικα αλλά και ντοπιολαλιές....

Πάντως σε ευχαριστώ για την πρόσθεση στοιχείων και ότι άλλο έχεις αλλά και
όποιος φίλος έχει στοιχεία πάντα ευπρόσδεκτα είναι και συμβάλλουν στην
πληρέστερη παρουσίαση....


Ευχαριστώ.
__________________
ΑΝ ΝΙΩΣΕΙΣ ΤΗΝ ΣΚΙΑ ΣΟΥ ΝΑ ΦΕΥΓΕΙ ΜΗΝ ΓΥΡΙΣΕΙΣ ΠΙΣΩ ΝΑ ΤΗΝ ΚΟΙΤΑΞΕΙΣ....
Το αληθινό νόημα της φώτισης είναι να κοιτάς όλη τη σκοτεινιά με φωτεινά μάτια [Καζαντζάκης Νίκος]
Απάντηση με παράθεση
Απάντηση στο θέμα

Εργαλεία Θεμάτων
Τρόποι εμφάνισης

Δικαιώματα - Επιλογές
Δεν μπορείτε να προσθέσετε νέα threads
Δε μπορείτε να απαντήσετε
Δεν μπορείτε να προσθέσετε συνημμένα
Δεν μπορείτε
BB code είναι σε λειτουργία
Τα Smilies είναι σε λειτουργία
Ο κώδικας [IMG] είναι σε λειτουργία
Ο κώδικας HTML είναι εκτός λειτουργίας



Όλες οι ώρες είναι GMT +2. Η ώρα τώρα είναι 10:30.


Forum engine powered by : vBulletin Version 3.8.4
Copyright ©2000 - 2024, Jelsoft Enterprises Ltd.