Το forum του μεταφυσικού  

Επιστροφή   Το forum του μεταφυσικού > Η πόλη της FantasyGate > Τμήμα Πολυσυγγραφίας

Εμφάνιση των αποτελεσμάτων της ψηφοφορίας: Πως σας φάνηκε το ελαφάκι;
1 2 28,57%
2 0 0%
3 0 0%
4 0 0%
5 0 0%
6 1 14,29%
7 0 0%
8 0 0%
9 1 14,29%
10 3 42,86%
Ψήφισαν: 7. Δεν έχετε δικαίωμα ψήφου

Κλειστό Θέμα
 
Εργαλεία Θεμάτων Τρόποι εμφάνισης
  #1  
Παλιά 15-03-12, 18:44
Το avatar του χρήστη fantasy
fantasy Ο χρήστης fantasy δεν είναι συνδεδεμένος
Senior Member
 
Εγγραφή: 09-12-2011
Μηνύματα: 797
Προεπιλογή Το πληγωμένο ελαφάκι

Κεφάλαιο 1: Χάθηκε η Νικολέτα

Κάθε μέρα έκανε το ίδιο δρομολόγιο με το συγκεκριμένο λεωφορείο της εταιρείας που εργαζόταν η Νικολέτα, αλλά σήμερα δεν μπήκε στο συγκεκριμένο λεωφορείο. Ο οδηγός φώναζε ότι φεύγει, δεν μπορεί να περιμένει άλλο, και οι φίλοι της ανησύχησαν. Πού να βρίσκεται η Νικολέτα; Γιατί δεν ήρθε σήμερα μαζί τους; Ήμασταν όλοι μαζί και κάπου σταμάτησε; Μήπως τελικά έμεινε πίσω και πήγε να βρει το Στάθη, τον άνδρα που την πλήγωσε και της τραυμάτισε την καρδιά; Μήπως τη δολοφόνησε; Μήπως απλά έχασε το λεωφορείο; Κοίταζαν τη θέση της, ήταν κενή. Πώς θα το έλεγαν στην άμοιρη τη μάνα ότι η φίλη τους σήμερα δεν θα επέστρεφε στο σπίτι όπως όλοι, ότι κανείς δεν ξέρει πού βρίσκεται. Κι αν δεν ξαναγυρίσει;
Σκέψεις βασανιστικές γέμιζαν το μυαλό τους και ηρεμία δεν μπορούσαν να βρουν.
Δεν το χωρούσε ο νους της. Ποια ήταν η τελευταία στιγμή που την είδαν; Ποιος της μίλησε τελευταίος; Δεν μπορούσαν να πουν, δεν μπορούσαν να σκεφτούν ούτε να θυμηθούν τίποτα. Κανείς δεν είχε όρεξη να επιστρέψει στο σπίτι απόψε. Όλοι έπρεπε να βοηθήσουν επειγόντως να βρεθεί. Ήταν φίλη τους πολλά χρόνια, την αγαπούσαν. Ο ένας όμως παρηγορούσε τον άλλο ότι η Νικολέτα θα ξαναγυρίσει, ότι αύριο θα είναι πάλι όλοι μαζί και αυτό που φοβούνται δεν αληθεύει. Μπορεί να έχασε το λεωφορείο ή να πήγε με ταξί. Δεν ήθελαν όμως να το διασταυρώσουν ή να το διαπιστώσουν, γιατί δεν ήθελαν να ανησυχήσουν την μάνα της. Πώς θα μάθαιναν την αλήθεια; Το κινητό της είναι απενεργοποιημένο και δεν υπάρχει άλλος τρόπος επικοινωνίας να το μάθουν. Θα περίμεναν καρτερικά να ξημερώσει ο Θεός τη μέρα του. Κι αν την επόμενη μέρα έρθει στη δουλειά, τότε θα πάψουν να ανησυχούν. Κι αν δεν έρθει αύριο; Λίγη υπομονή και θα το μάθουν. Θα ήταν η μοναδική σωτήρια λύση γιʼ αυτούς.
Ο Βασίλης, ο εξυπνότερος της παρέας, τους πρότεινε να τηλεφωνήσουν στο Στάθη. Εντάξει μπορεί να χώρισαν, αλλά αυτό δεν τον βγάζει έξω. Αν πάθει κάτι η κοπέλα, ευθύνεται κι αυτός. Όλες οι έρευνες θα στραφούν σʼ αυτόν, είναι ο πρώτος ύποπτος, αφού έχουν πρόσφατα χωρίσει. Έπρεπε να μην φτάσει στα χέρια της αστυνομίας αυτή η υπόθεση. Έπρεπε να προσπαθήσουν μόνοι τους να ερευνήσουν. Να μάθουν μόνοι τους ποια είναι η αλήθεια. Αν είχε ανοικτό το κινητό η D, γνωστή κινητή τηλεφωνία, θα μπορούσε να μας βοηθήσει στην ανακάλυψή της άμεσα, αλλά το έχει κλειστό. Πού είναι;. Που θα κοιμηθεί απόψε;
Το λεωφορείο έφτασε στον προορισμό του. Οι 8 φίλοι κατέβηκαν στη στάση τους λυπημένοι και περπατούσαν. Η Μαρκέλλα, μια κοπέλα της παρέας, έλαβε ένα τηλεφώνημα από τη μητέρα της. Της είπε ότι θα αργήσει λίγο, θα κάνουν μια έρευνα να δουν που πήγε η φίλη τους. Εκείνη είχε κρυφά δεσμό με τον Ισίδωρο, ένα συνάδερφό της που της είπε ότι μόλις πήρε το διαζύγιό του και τώρα θέλει να ξαναφτιάξει τη ζωή του με την Μαρκέλλα. Όμως πάντα της έδινε ένα είδος ανασφάλειας. Τον ήθελε η ψυχή της και δεν τον ήθελε συνάμα. Γιʼ αυτό ποτέ δεν κοιμήθηκαν μαζί. Ποτέ δεν της ζήτησε τέτοιο πράγμα. Άλλωστε ήταν 32 ετών. Είχε όλο τον καιρό μπροστά της να το κάνει αν ήθελε. Ήθελε να του αφήσει λίγο καιρό να συνέρθει πρώτα και μετά θα έκανε την κίνηση να ξαναπαντρευτεί. Ήθελε να συνειδητοποιήσει τη νέα κατάσταση που βρίσκεται. Εκείνη περίμενε αυτόν να είναι έτοιμος να παντρευτεί και αυτός περίμενε αυτήν να είναι έτοιμη ερωτικά. Δεν ήθελε να μπλέξει με εγκυμοσύνες, αφού ήδη είχε τρία παιδιά από το γάμο του. Δηλαδή, με λίγα λόγια, αυτή η σχέση ήταν μια αναμονή και για τους δύο. Πέρασε πολλά στάδια, πολλούς χωρισμούς, αλλά ποτέ δεν διέλυσε.
Η μητέρα της στο τηλέφωνο φάνηκε ανήσυχη. Η Μαρκέλλα της είπε τα πάντα για την Νικολέτα.
- Να έρθεις στο σπίτι παιδί μου. Μπορεί να είναι ήδη σπίτι της κι εσύ ανησυχείς άδικα.
- Μα ήμασταν μαζί μανούλα, δεν είναι λογικό να έχει φτάσει πριν από μας.
- Αποκλείεται να πήρε ταξί;
- Σκεφτήκαμε όλοι αυτή την πιθανότητα, αλλά δεν είναι βάσιμη, διότι εκεί κοντά δεν υπάρχει πιάτσα ταξί. Εκτός, αν πήγε στο σπίτι του Στάθη. Ήθελε να τα ξαναφτιάξουν. Δεν μπορεί να τον ξεπεράσει. Δεν μπορεί να καταλάβει πόσο κακό της έκανε αυτή η σχέση. Δεν ακούει κανέναν.
- Ποιος της μίλησε τελευταία φορά; Ποιος την είδε; Θυμάται κανείς από σας;
- Μπα, δεν μπορούμε να θυμηθούμε. Εδώ υπάρχει ένα απέραντο κενό. Αμφιβάλλουμε αν ήταν μαζί μας ή όχι.
- Κάτι σκέφτηκα. Άκουσε παιδί μου. Θα πάρω τη μητέρα της τηλέφωνο ότι τάχα ανησυχώ για σένα και θα τη ρωτήσω αν επέστρεψε η Νικολέτα στο σπίτι. Μόνο έτσι θα μάθουμε χωρίς να την ανησυχήσουμε. Μετά θα σε πάρω τηλέφωνο να σου πω.
- Μανούλα μου, το ήξερα ότι μπορώ να βασίζομαι και να υπολογίζω σε σένα.
- Μόλις όμως σε πάρω τηλέφωνο, ανεξαρτήτου αποτελέσματος, θα έρθεις στο σπίτι.
- Αυτό Εξυπακούεται! Αύριο θα ψάξουμε με το φως της ημέρας, αν δεν είναι εκεί.

Κεφάλαιο 2: Παγιδευμένοι στο πάρκο

Οι οκτώ φίλοι περπατούσαν και βρέθηκαν σε ένα μέρος περίεργο που δεν είχαν ξαναδεί. Είδαν ένα παρκάκι που δεν είχαν προσέξει άλλοτε και κάθισαν σε ένα παγκάκι για να περιμένουν το τηλεφώνημα. Τότε είδαν μια τσάντα πεταμένη και ένα πορτοφόλι. Τα έπιασαν στα χέρια τους και είδαν ότι η τσάντα ανήκε στην Νικολέτα και αντίστοιχα το πορτοφόλι στον Στάθη.
- Ήταν μαζί σʼ αυτό το παρκάκι πριν από μας. Φώναζαν τα ονόματά τους αλλά απάντηση δεν έπαιρναν παρά μονάχα άκουγαν την ηχώ των ονομάτων τους.
- Περίεργο όμως, κανείς άλλος δεν είναι εδώ. Είμαστε οι μόνοι.
- Που το βρίσκετε το περίεργο. Τέλη Φεβρουαρίου είναι κάνει κρύο. Θα πήγαν στα σπίτια τους. Τέτοιος καιρός επιβάλλεται να είσαι σπίτι.
- Όπως θα έπρεπε να ήμασταν κι εμείς.
- Περίεργο! Αυτό το παρκάκι φωτίζει σαν να είναι μέρα. Ναι και ξέρετε ποιο είναι το περίεργο, ότι κανείς δεν τα έχει κλέψει. Σε καιρό κρίσης μια τσάντα και ένα πορτοφόλι είναι δέλεαρ. Κι όμως αυτά παρέμειναν ανέπαφα και ήταν και σε εμφανές μέρος.
- Καταλαβαίνω ότι σʼ αυτό το παρκάκι που ήρθαμε δεν υπάρχει διέξοδος. Έχουμε εγκλωβιστεί. Δείτε, είμαστε παγιδευμένοι. Σίγουρα κάπου εδώ έχει εγκλωβιστεί και η Νικολέτα με το Στάθη.
- Είμαστε χαμένοι. Για να δούμε είμαστε όλοι παρόντες; Λείπει ένας, μου φαίνεται. Αρχίζω εγώ, η Κατερίνα, που είμαι παρούσα. Βασίλη!
- Παρών
- Τρύφων!
- Παρών
- Παυλίνα
- Παρούσα.
- Σωτήρη
- Παρών
- Ευανθία
- Εύα παρακαλώ, παρούσα.
- Ωραία, συνεχίζω.
- Μαρκέλλα
- Παρούσα
- Ισίδωρε, Είσαι εδώ; Πού είσαι; Ο Ισίδωρος λείπει.
- Εδώ είμαι. Απομακρύνθηκα λίγο. Το είδατε αυτό;
- Ποιο;
- Να το πάλι! Είδα ένα πληγωμένο ελαφάκι, γεμάτο αίματα, να τρέχει. Ήταν πολύ όμορφο και χάθηκε βαθιά. Δεν το πρόλαβα. Μου ξέφυγε, το άτιμο.
- Πρέπει να το βοηθήσουμε. Θα πρέπει να χάθηκε. Βλέπω ότι είμαστε όλοι παρόντες Για να γίνει αυτό χρειάζεται να το ακολουθήσουμε.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
__________________

* Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο· καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο· το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή. Καζαντζάκης.


Τελευταία επεξεργασία από το χρήστη fantasy : 15-03-12 στις 18:53
  #2  
Παλιά 15-03-12, 19:12
Το avatar του χρήστη fantasy
fantasy Ο χρήστης fantasy δεν είναι συνδεδεμένος
Senior Member
 
Εγγραφή: 09-12-2011
Μηνύματα: 797
Προεπιλογή

Κεφάλαιο 3: Ταξίδι στο 1852 μ.Χ.

Το ακολούθησαν και είδαν ένα δρόμο να ορθώνεται μπροστά τους. Απ’ αυτό το δρόμο δεν είχαν περάσει άλλη φορά. Κι όμως κάθε μέρα περνούσαν από εκεί, κι αυτό το παρκάκι, και μάλιστα το συγκεκριμένο στενό δρομάκι, δεν τα είχαν ξαναδεί Ο Βασίλης δεν ήθελε να τους ακολουθήσει. Είχε κακό προαίσθημα Το έκανε με βαριά καρδιά. Τότε είδαν ότι ένα τούνελ που στην άκρη του είχε ένα φως, φάνηκε μπροστά τους ξαφνικά, το βάδισαν και στην άλλη άκρη του φάνηκε μια πανέμορφη γέφυρα Αυτή η γέφυρα ήταν απέραντη κατακίτρινη που έμοιαζε το υλικό της με σουηδικό ξύλο, αλλά δεν ήταν από υλικό κατασκευασμένη, αλλά έμοιαζε με αντιύλη, ήταν άυλη όπως τα όνειρά μας. Τους άρεσε τόσο πολύ που ήθελαν να την διασχίσουν όλη, μέχρι το τέρμα της. Το έπραξαν χωρίς δεύτερη σκέψη. Όταν έφτασαν στο τέρμα της φύσηξε ένας δυνατός άνεμος και τα πράγματά τους χάθηκαν. Άρχισαν όλοι να στροβιλίζονται γύρω- γύρω και να ουρλιάζουν. Σε κάθε στροφή που πραγματοποιούσαν έβλεπαν κτίρια σε κλάσματα δευτερολέπτου να γκρεμίζονται, στην θέση τους άλλα να κτίζονται και να γκρεμίζονται και άλλα να κτίζονται και να γκρεμίζονται και αυτό γινόταν κατ’ εξακολούθηση, με μεγάλη ταχύτητα. Παράλληλα είδαν δέντρα και λουλούδια ανύπαρκτα να φυτρώνουν εκεί που δεν υπήρχαν και συνέχεια γινόταν αυτό. Κι αυτό γινόταν με μεγάλη ταχύτητα. Εκείνοι πολύ γρήγορα ένιωθαν τα πάντα να πηγαίνουν προς τα πίσω, όπως πάει το dvd όταν κινείται μέσα στο dvd player η κάθε σκηνή όταν την στρέφουμε προς τα πίσω, για να δούμε το έργο από την αρχή. Όμως ανάλογη αλλαγή έγινε και πάνω τους και ντύνονταν και γδύνονταν σε μικρό αστραπιαίο χρόνο με ρούχα κάθε εποχής που συναντούσαν μπροστά τους και κάποτε σταμάτησαν σε μόδα μιας πολύ μακρινής περασμένης εποχής, πριν 2 αιώνες. Επισκέφτηκαν το 19ο αιώνα και συγκεκριμένα το 1852
Τελικά φορούσαν ρούχα του 1852, μετά την εποχή του νεοσύστατου κράτους, όταν βασιλιάς και βασίλισσα στην Ελλάδα ήταν ο Όθωνας και η Αμαλία αντίστοιχα. Οι κοπέλες φορούσαν παλιά φορέματα σε στυλ βασίλισσας Αμαλίας, την οποία μόδα είχε η ίδια η βασίλισσα καθιερώσει και τα παλικάρια φουστανέλα ή φράκα Έσκασαν όλοι να γελούν.
- Ευτυχώς που έχουμε αποκριές και αν μας δει κάποιος θα πει ότι ντυθήκαμε για το καρναβάλι. Είπε ο Σωτήρης.
- Είναι όμως αποκριές κι εδώ; Συμβαδίζει άραγε ο χρόνος;
- Μπορεί ναι, μπορεί και όχι. Τι σε νοιάζει; Αυτοί ντύνονται έτσι κάθε μέρα. Είναι τα ρούχα τους.
- Μας φώτισες.

Κεφάλαιο 4: Η κατάρα
Είχανε βρεθεί σε μια άλλη εποχή και είδαν την Νικολέτα να τους καλεί σε έναν χορό. Αλλά σταμάτησε ξαφνικά, γιατί προηγουμένως έπρεπε να τους πει μερικά πράγματα, κάποιες διευκρινήσεις. Απέμειναν με ανοικτό το στόμα να την παρακολουθούν. .
- Ελάτε παιδιά, σας περιμένω.
- Νικολετα ζεις, είσαι καλά κορίτσι μου;
- Όπως βλέπετε ζω
- Βλέπω με χαρά ότι είστε πάλι μαζί. Τα ξαναφτιάξατε με το Στάθη;
- Τον δέχτηκα κοντά μου. Είπα να του δώσω μια δεύτερη και τελευταία ευκαιρία να επανορθώσει. Λέει ότι δεν θα επαναλάβει τα παλιά του σφάλματα. Ότι κατάλαβε πως μ’ αγαπάει. Μόνο εμένα αγαπάει. Η αλήθεια είναι ότι κι εγώ ποτέ δεν κατάφερα να τον ξεπεράσω. Είπε κι έκλαιγε, το ίδιο έκανε κι ο Στάθης.
- Πού είμαστε Νικολέτα; Στάθη, τι γίνεται εδώ; Κανείς σας δεν μιλά; Γιατί κλαίτε; Είπε η Κατερίνα.
- Εγώ φταίω για ό,τι πάθατε, κανείς άλλος Είναι μια κατάρα . Πρόσβαλα κάποιον.. Είπε κλαμένος ο Στάθης.
- Τι εννοείς;
- Θα σας τα εξηγήσω όλα εγώ. Έδωσα παρουσία σήμερα στη δουλειά χωρίς να μείνω. Δήλωσα αδιαθεσία και έφυγα νωρίτερα. Εσείς δεν το αντιληφθήκατε, γιατί είχε πάει ο καθένας στο πόστο του. Είπε η Νικολέτα και συνέχισε. Περπάτησα αρκετά χωρίς να ξέρω που πάω. Σε μια στιγμή μου ήρθε μια ιδέα, δεν πάω να κάνω μια ξαφνική απροειδοποίητη επίσκεψη στο Στάθη, που το σπίτι του ήταν κοντά στη δουλειά; Έμαθα ότι τα είχε με άλλη και πόνεσα. Τους είδα μαζί, αλλά μου έκανε εντύπωση ότι εκείνος ήταν αποστασιοποιημένος, κλαμένος και εκείνη προσπαθούσε να τον παρηγορήσει. Δεν μου φάνηκαν ερωτευμένοι. Τουναντίον, τον άκουσα να της λέει ότι ποτέ δεν έπαψε να μ’ αγαπά, ότι ήταν λάθος αυτός ο χωρισμός και κατάλαβα ότι άξιζε να του δώσω μια δεύτερη ευκαιρία. Ευτυχώς, δεν μου είχε κλείσει τα μάτια η ζήλια μου. Έφυγα, και πήγα στο παρκάκι . Τον είδα να βγαίνει από το σπίτι και με έντονο βήμα ήρθε και κάθισε στο παγκάκι που κάθισα κι εγώ χωρίς να με προσέξει. Φυσούσε, ξεφυσούσε και ηρεμία δεν μπορούσε να βρει. Φανταστείτε πόσο βυθισμένος ήταν στις σκέψεις του!. Μετά άναψε ένα τσιγάρο, και έπειτα δεύτερο, τρίτο και με το τέταρτο φάνηκε ότι ηρέμησε κάπως. Φυσικά, η κοπέλα είχε φύγει πρώτη απ’ αυτόν. Έτρεξε βιαστική στη σκάλα και κατέβαινε δυο- δυο τα σκαλοπάτια. Κόντευε να πέσει, διότι τα δάκρυά της έκρυψαν την ορατότητα και δεν μπορούσε να δει τα σκαλιά. Ευτυχώς, όλα καλά. Άγιο είχε και γλίτωσε. Ούτε αυτή φάνηκε να με πρόσεξε. Έγινα αόρατη ξαφνικά.
- Σοβαρολογείς;
- Όχι βέβαια, απλά είχαν τα δικά τους, ήταν βυθισμένοι στις σκέψεις τους που δεν με προσέξανε. Δηλαδή, γενικά δεν έβλεπαν μπροστά τους. Μεταφορικά εκφράζομαι φυσικά. Πήρα το θάρρος και του μίλησα πρώτη: «Μίλα μας και ας μη μας αγαπάς. Το γεγονός ότι χωρίσαμε δεν είναι κόσμιο να σε κάνει απρόσιτο». Έλαμπε όταν με είδε, βρήκε τη γαλήνη του. Έπεσε στην αγκαλιά μου και με φιλούσε αχόρταγα.
- Κρύβε λόγια.
- Καλά Στάθη μου. Τότε μου μίλησε, του μίλησα και στο τέλος καταλάβαμε ότι δεν μπορούμε να ζήσουμε χωριστά εμείς οι δύο.
- Ωραία ιστορία. Ρομαντική
- Δεν θα το έλεγα Κατερίνα μου. Η συνέχεια δεν είναι τόσο ευχάριστη. Αυτή είναι η αιτία της καταδίκης μας. Συνεχίζω… Τότε είδαμε ένα ελαφάκι να τρέχει βιαστικό.
- Το είδα κι εγώ προηγουμένως που έτρεχε. Ήταν πληγωμένο. Ήθελα να το βοηθήσω, αλλά στάθηκε αδύνατον. Ήθελα να του γιατρέψω την πληγή. Δεν σταμάτησε το άτιμο. Είπε ο Ισίδωρος.
- Αχ αυτή η πληγή προκλήθηκε από το Στάθη δυστυχώς. Βλέπεις, είναι κυνηγός.
Ο Στάθης του έριξε μια πέτρα για να το φάμε.
- Βάρβαρε είπαν όλοι εκτός από τη Νικολέτα.
- Θα γινόταν ωραίο έδεσμα με πατατούλες στο φούρνο, μου είπε. Τα τρώνε τα ελάφια; Του είπα εγώ απορημένη. Βέβαια. Στη Ρόδο παλιά είχε πολλά, αλλά τώρα μείνανε λίγα, πολύ λίγα. Τα έχουν μαζεμένα σε κλουβιά και τα φροντίζουν. Παλιά τα είχαν στο πάρκο του Ροδινιού. Έπειτα ανέλαβε τη φροντίδα τους κάποιος ιδιώτης. Δεν είναι ελεύθερα πια στη φύση. Έπρεπε να προστατέψουν το είδος. Στο τέλος ακούστηκε κάτι σαν γυναικεία κραυγή πόνου και το ελάφι άρχισε να τρέχει πανικόβλητο. Το πάρκο έκλεισε και μας φυλάκισε, αλλά μετά άνοιξε και πάλι, όμως εμείς δεν μπορούσαμε να βγούμε, μια ακτίνα φωτός μας εμπόδιζε. Αν την ακουμπούσαμε ή την διαπερνούσαμε θα πεθαίναμε από ηλεκτροπληξία. Είχαμε εγκλωβιστεί. Θα ζήσουμε για λίγο στην περιοχή μας, στην Αθήνα του 1852. Αν ζήσουμε μετά από τη θύελλα που θα συμβεί εκεί εκείνη την εποχή, μετά θα μεταφερθούμε σε μια άλλη εποχή στη Ρόδο. Θα πάμε στη Ρόδο του 2012.
- Τι ωραία, θα βρεθούμε στην εποχή μας.
- Όταν καταφέρουμε να το βρούμε και να το γιατρέψουμε θα γίνει μια πολύ όμορφη κοπέλα, που μια κακιά μάγισσα την έχει μαγέψει. Αυτή η μάγισσα είναι η μητέρα του Μάρκου του αγαπημένου της που δεν την θέλει για νύφη της και κάνει τα πάντα για να τους χωρίσει. Μόλις βρει τον αγαπημένο της και εξοντώσουμε τη δύναμη της κακιάς μάγισσας και την κάνουμε φυσιολογική γυναίκα χωρίς δυνάμεις, θα μας στείλει στην πατρίδα μας. Δεν θα χρειαστεί να ταξιδέψουμε. Σε δευτερόλεπτα θα είμαστε στην Αθήνα.
- Που τα ξέρετε όλα αυτά;
- Μας μίλησε ανθρώπινα το ελάφι, με μια ψιλή γυναικεία φωνούλα ξεψυχισμένη και μας τα είπε όλα αυτά. Είπαν πώς ό,τι κάνουμε θα μας παρακολουθούν για να μην συμβούν χρονικά παράδοξα και αναστατώσουμε τα γεγονότα του 1852. Είπαν ότι αν κάνουμε καμιά βλακεία ή μας πιάσουν ή μας τουφεκίσουν θα δημιουργήσουν εικονικές πραγματικότητες, ή θα σταματούν τον χρόνο για να μη χαλάσει η ιστορία. Π.χ. Αν πεθάνουμε εκεί τότε θα δημιουργήσουν παράλληλα σύμπαντα που θα συνεχίσουν τη ζωή μας.
- Μπερδεύτηκα!
- Και αν δεν το πιάσουμε και το βρει κάποιος άλλος και το σκοτώσει; Στη Ρόδο υπάρχουν κυνηγοί. Κάποιος θα το πιάσει. Μπορεί να το εγκλωβίσουν μαζί με τα άλλα. Αν σκοτωθεί τι γίνεται;
- Τότε πολύ φοβάμαι ότι αυτό θα είναι το τέλος μας, γιατί αν σκοτωθεί το ελαφάκι, τότε θα μείνουμε σ’ αυτή την πόλη, δεν θα δούμε ποτέ την πατρίδα μας και θα πεθάνουμε μόνοι στην εξορία για πάντα. Αν το εγκλωβίσουν πρέπει να το απελευθερώσουμε. Επειδή κάτι τέτοιο είναι επικίνδυνο προτείνει να μεταμορφωθεί σε κάποιο άλλο ζώο, συγκεκριμένα μια πεταλούδα, ώστε να βγει εύκολα μόνη της από το κλουβί. Θα προσπαθήσουμε με πονηριά να της κλέψουμε το μαγικό ραβδί και το βιβλίο με τα ξόρκια και να τα δώσουμε του Μάρκου να τα καταστρέψει, αφού πρώτα ολοκληρωθεί με επιτυχία η αποστολή μας. Χωρίς αυτά τα σύνεργα είναι μια απλή γυναίκα. Ακόμα κι αν ξέρει απ’ έξω τα ξόρκια, τα έχει αποστηθίσει, είναι αδύναμη χωρίς το μαγικό ραβδί να κάνει μάγια. Θα τη μαγέψουμε λοιπόν μια πεταλούδα που σε όλους αρέσει και δεν την σκοτώνουν. Θα πρέπει να προσέξουμε να μην πέσει σε χέρια κάποιου που συλλέγει πεταλούδες. Θα πρέπει να κατευθυνθεί άμεσα η μεταμορφωμένη πεταλούδα στην Κοιλάδα των πεταλούδων της Ρόδου και να την βρούμε και να την μεταφέρουμε από εκεί. Αν καταφέρουμε να πιάσουμε στα χέρια μας το ραβδί και το βιβλίο με τα μαγικά ξόρκια, θα δώσουμε πίσω στην πεταλούδα την πραγματική της μορφή. Πάμε, αρχίζει η περιπέτεια

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
__________________

* Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο· καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο· το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή. Καζαντζάκης.

  #3  
Παλιά 15-03-12, 19:35
Το avatar του χρήστη fantasy
fantasy Ο χρήστης fantasy δεν είναι συνδεδεμένος
Senior Member
 
Εγγραφή: 09-12-2011
Μηνύματα: 797
Question

Κεφάλαιο 5: Περιπλανώμενοι στο 1852 μ.Χ.

Η Νικολέτα δεν είπε τίποτα άλλο και συνέχισε να χορεύει με το Στάθη. Η διάθεσή της άλλαξε ξαφνικά, έπαψε να κλαίει. Ήταν ευτυχισμένοι. Δεν είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό. Ονειρεύονται. Αλλά όνειρο που έβλεπαν όλοι μαζί, αποκλείεται να είναι. Η Νικολέτα και ο Στάθης χόρευαν, τελικά την ακολούθησαν και οι άλλοι, αλλά αυτά τα ρούχα τους φάνηκαν άβολα. Πως τα φορούσαν οι κοπέλες τότε; Οι πέντε κοπέλες έκαναν μια υπόκλιση και τα παλικάρια τις έπιασαν από το μπράτσο και άρχισαν τον χορό. Το περίεργο ήταν ότι ήξεραν τα βήματα και χόρεψαν με ευκολία σαν να ήταν κάτοικοι εκείνης της εποχής. Ο Βασίλης και η κοπέλα του, η Κατερίνα, τους είπαν ότι έπρεπε να δουν το σημείο που βρίσκεται το σπίτι τους, τι είναι. Είδαν ότι στη θέση του σπιτιού τους υπήρχαν απέραντοι αμπελώνες και γενικά η περιοχή τους ήταν με λίγα σπίτια και πολλά χωράφια. Να φανταστείτε έξω από τις στήλες του Ολυμπίου Διός ήταν χωματόδρομος. Η Αθήνα έμοιαζε με μια κωμόπολη, ούτε χωριό, ούτε πόλη. Δεν υπήρχαν πολυκατοικίες, αλλά χαμηλά σπιτάκια και φτωχογειτονιές με παιδάκια να παίζουν στους δρόμους. Αυλές φτωχικές με τεράστιους κήπους και η Ελλάδα φτωχή, πολύ πιο φτωχή από σήμερα. Το Σύνταγμα υπήρχε, αλλά έλειπαν τα νέα οικοδομήματα και οι ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι που το πλούτιζαν. Έλειπαν τα μαγαζιά και οι πολυκατοικίες. Ούτε η δουλειά τους υπήρχε, αλλά στη θέση της ήταν ένα μικρό καφενείο που μαζεύονταν μόνο οι φουστανελοφόροι άνδρες και μιλούσαν για τα πολιτικά Για τον Όθωνα και την Αμαλία, την ερωτική ανικανότητα του Όθωνα και την παρθενία της βασίλισσας που δεν κατάφερε να τεκνοποιήσει, αλλά άλλοι πίστευαν ότι έφταιγε εκείνη που δεν ήταν ικανή να τεκνοποιήσει. Είχαν χωριστεί σε δύο εμπόλεμα στρατόπεδα που άλλοι υποστηρίζανε το βασιλιά και άλλοι τη βασίλισσα. Κάποιοι που δεν ήθελαν να πάρουν μέρος σʼ αυτή την εμπόλεμη συζήτηση προτιμούσαν να μιλάνε για τους κλέφτες στα βουνά και τα κατορθώματά τους, γιατί μπορεί η επανάσταση να τελείωσε, αλλά κλέφτες και αρματολοί υπήρχαν ακόμα. Το μόνο κοινό με την εποχή τους ήταν τα βουνά και η θάλασσα, και τα αρχαία, με τη διαφορά ότι στη θέση του εξοχικού της Παυλίνας, μιας κοπέλας από την παρέα, υπήρχε ένας ανεμόμυλος, ένα μαγκανοπήγαδο και ένα εκκλησάκι. Είδαν την περιοχή που έμεναν πολλά χρόνια πριν. Είδαν ότι πράγματι ζούσαν στην Αθήνα του 19ου αιώνα.
- Πρόσεχε! Είπε ο Βασίλης στην Κατερίνα, όταν είδε μια άμαξα με δύο κατάλευκα άλογα να περνάει ξαφνικά εκείνη τη στιγμή από μπροστά τους. Μάλιστα πολλοί ήταν έφιπποι, αλλά οι περισσότεροι πάνω σε γαϊδούρια
- Φοβάμαι! Δεν στο κρύβω Βασίλη. Είναι περίεργο, πως βρεθήκαμε εδώ πέρα;
- Δες η φωτογραφία μου από το εξοχικό μου υπάρχει, αλλά στη θέση αυτής υπάρχει μια φωτογραφία ασπρόμαυρη. Εικονίζομαι είμαι εγώ με τον Τρύφωνα. Είμαστε ντυμένοι με περίεργα φορέματα τύπου βασίλισσας Αμαλίας και φουστανέλα και από πίσω σαν φόντο της υπάρχει ο μύλος το μαγκανοπήγαδο και το εκκλησάκι. Θα τρελαθώ είπε η Παυλίνα και έπιασε από το χέρι τον Τρύφωνα τρομοκρατημένη. Του το έσφιξε. Πότε την βγάλαμε αυτή; Η φωτογραφία ανακαλύφθηκε;
- Βέβαια το 1839. Ξένοι περιηγητές βάζανε τις φωτογραφικές τους τις έστηναν και έβγαζαν την ακρόπολη, που είναι ένα από τα μνημεία που διατηρείται από εκείνη την εποχή, αλλά όχι στη μορφή που είναι σήμερα, γιατί από τότε πέρασε πολλά δεινά είπε ο Βασίλης.
- Δες τι γράφει εκεί. Βρισκόμαστε στην Αθήνα, την πόλη που ζούμε, αλλά την εποχή του 1852. Είχε δίκιο η Νικολέτα, Άρα είμαστε στον 19ο αιώνα. Τι γνωρίζετε γιʼ αυτή την εποχή; Υπήρχαν πόλεμοι.; Τι θα αντιμετωπίσουμε;
- Στις 30 Σεπτεμβρίου του 1852, μια φοβερή θύελλα ξέσπασε ξαφνικά στον ουρανό της Αθήνας. Ήταν μια θύελλα που, όπως καταγράφηκε από τους κατοίκους της εποχής, κυριολεκτικά σάρωσε οτιδήποτε συνάντησε στο πέρασμά της. Δέντρα ξεριζώθηκαν, σπίτια γκρεμίστηκαν, αλλά, το κυριότερο, η μια από τις τρεις κολώνες που έστεκαν χωριστά από τις υπόλοιπες στο ναό του Ολυμπίου Διός, στο κέντρο της πόλης, κατέπεσε. Το συμβάν αυτό θεωρήθηκε τόσο σημαδιακό από τους Αθηναίους, ώστε επί πολλές δεκαετίες αργότερα, όταν ήθελαν να προσδιορίσουν την εποχή εκείνη, έλεγαν χαρακτηριστικά: «τον καιρό της κολώνας».
- Γιʼ αυτό μας είπε αν ζήσουμε. Γιʼ αυτή τη θύελλα μίλησε η Νικολέτα. Πού μας στέλνουν;
- Πόσες του μηνός έχουμε σήμερα;
- Ας ρωτήσουμε έναν πατριώτη. Είδαν ένα να περνάει με το γάιδαρό του.
- Γάιδαρος στην Αθήνα; Πού να το πω και ποιος να με πιστέψει;
- Τι μήνα έχουμε; Σεπτέμβρη;
Έγνεψε καταφατικά και τους είπε:
- 29.
- Δόξα σοι ο Θεός συνεννοηθήκαμε.
- Αύριο θα συμβεί λοιπόν το κακό. Είπαν μεταξύ τους
- Να είμαστε τυχεροί να ζήσουμε. Αυτό εύχομαι.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
__________________

* Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο· καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο· το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή. Καζαντζάκης.


Τελευταία επεξεργασία από το χρήστη fantasy : 15-03-12 στις 19:42
  #4  
Παλιά 15-03-12, 19:44
Το avatar του χρήστη fantasy
fantasy Ο χρήστης fantasy δεν είναι συνδεδεμένος
Senior Member
 
Εγγραφή: 09-12-2011
Μηνύματα: 797
Προεπιλογή

Κεφάλαιο 5 συνέχεια

- Σε τι εποχή ζούμε; Υπάρχει ακόμα η επανάσταση του 21;
- Όχι είναι μια εποχή μετά την ίδρυση του νεοσύστατου ελληνικού Κράτους, από τον Καποδίστρια που έγινε το 1828.
- Μόνο που τότε ήταν πρωτεύουσα το Ναύπλιο. Άραγε τώρα είναι η Αθήνα;
- Ποιος ξέρει από σας;
- Το 1831 δολοφονήθηκε ο Καποδίστριας. Το 1832 ανέλαβε ο Όθωνας με την Αμαλία του και έγινε το 1833, ένα χρόνο αφότου την επισκέφτηκε το βασιλικό ζεύγος, πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους . Άρα σήμερα 1852 είναι πρωτεύουσα.
- Μπράβο Βασίλη. Λεγόταν πάντα Αθήνα; Είπε η Κατερίνα
- Όχι το όνομα Αθήνα το πήρε από την αρχαιότητα. Το πρώτο της όνομα ήταν Κεκροπία από τον βασιλιά Κέκροπα. Αργότερα πήρε το όνομα Αθήνα από την Αθηνά την τότε, κατά το δωδεκάθεο, προστάτιδα της πόλης, αλλά σε όλα τα νεότερα χρόνια την γνωρίζουμε μ’ αυτό το όνομα, το οποίο διατήρησε μέχρι σήμερα.
- Η πλατεία Ομονοίας υπάρχει το 1852;
- Το 1846 η Πλατεία Ομόνοιας παίρνει αυτό το όνομα. Πάμε μια βόλτα εκεί μια που το ανέφερες δηλαδή;.
- Κοιτάξτε η Πλατεία Ομονοίας είναι καταπράσινη. Γενικά αυτό παρατήρησα εδώ. Όλη η Αθήνα είναι καταπράσινη και μάλιστα στη Μεσογείων, την περιοχή του Στάθη, υπάρχουν βελανιδιές. Πω! Πω! Κήποι! Τι ωραία που ήταν τότε. Ο αέρας που αναπνέουμε καθαρός. Το νερό είναι πόσιμο. Μπρ! Κρυστάλλινο παγωμένο, καθαρό.
- Δείτε υπάρχουν στέρνες και μαγκανοπήγαδα.
- Αυτά σήμερα δεν τα συναντάς στην Αθήνα.
- Θαρρείς και ζω στο χωριό μου.
- Γιατί δεν την διατήρησαν αυτή την ομορφιά;
- Αυτή η ερώτηση μας βασανίζει όλους, αλλά μάλλον φταίει η πολυκοσμία. Τώρα η Αθήνα έχει περίπου το μισό πληθυσμό όλης της Ελλάδας. Αν δεν γινόντουσαν πολυκατοικίες που θα τους χωρούσε; Μόνο αν πάει καθένας στον τόπο του και αδειάσει η Αθήνα θα βρει την παλιά της Αίγλη. Ας μην υπήρχε η ρύπανση, η εγκληματικότητα και το νέφος και ας μας έλειπαν οι κήποι.
- Ναι, μας λείπει η ασφάλεια. Δεν ξέρουμε αύριο τι θα μας βρει. Δεν ξέρουμε αν θα ζούμε το επόμενο λεπτό. Πιο εύκολα πεθαίνεις από την ανασφάλεια και το άγχος, παρά από μια αρρώστια που θα σε βρει.
- Εσύ Σωτήρη, που κατάγεσαι από τη Λάρισα, και ο κάθε Σωτήρης, γιατί ήρθατε στην Αθήνα; Εσύ Ευανθία που είσαι από την Πάτρα γιατί ζεις στην Αθήνα; Εσύ Μανιάτη Τρύφωνα; Αν όλοι εγκατέλειπαν την Αθήνα και έμεναν οι πραγματικοί Αθηναίοι σ’ αυτήν, η διαφορά θα ήταν εμφανής.
- Έχεις δίκιο. Αυτό δεν είναι όμως τόσο σοβαρό. Πρέπει να μαζέψουν όλους τους αλλοδαπούς που μένουν στη χώρα μας και να τους στείλουν στις πατρίδες τους. Έτσι η Ελλάδα θα ανακουφιστεί. Είναι δυνατόν να τρέφουμε τον Πακιστανό, τον Βούλγαρο, τον Αλβανό και ο Έλληνας να ζει μετανάστης στη Γερμανία, στην Αυστραλία ή στον Καναδά,. γιατί η χώρα του δεν μπορεί να τον θρέψει; Μια εποχή που έπρεπε η Ελλάδα να τρέφει τα παιδιά της, τα διώχνει. Είδες καμιά μάνα να αφήνει στο έλεός τους τα γνήσια παιδιά της και να τρέφει τα υιοθετημένα; Κι όμως η Ελλάδα αυτό κάνει. Δεν είμαι ρατσιστής βρε παιδιά. Να φύγουν προσωρινά κι αν ορθοποδήσει κάποτε η Ελλάδα, ας ξανάρθουν.
- Δεν ξέρεις ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται; Επειδή η Ελλάδα το 1890 χρεοκόπησε, τώρα πρέπει να τα καταφέρει, αλλιώς η κατάρα αυτή θα την ακολουθεί μέχρι κάποτε να σωθεί.
- Ας πάψουμε αυτή τη συζήτηση, δεν ωφελεί. Αντίθετα, αφήνει μια πικρία στην καρδιά. Άλλωστε τώρα ζούμε στην Αθήνα του 1852 .
- Το ξέχασα για λίγο αυτό.
- Ναι, μετά από 38 έτη ο Τρικούπης θα σταθεί στο βήμα της Βουλής. Με περίλυπο ύφος θα κοιτάξει τα πλήθη και με μια φωνή θα πει στο λαό «Δυστυχώς, επτωχεύσαμεν»
Κάνανε μια βόλτα στο Σύνταγμα. Υπάρχει και το ξενοδοχείο της Μεγάλης Βρετανίας. Περπάτησαν στις σημαντικότερες γωνιές της Αθήνας. Σε κάποιο συγκεκριμένο σημείο παρατήρησαν ότι το Ζάππειο μέγαρο δεν υπήρχε. Απόρησαν γι’ αυτό.
- Είναι μεταγενέστερο κτίριο του 1874.
- Έτσι εξηγείται. Πάμε ναι βόλτα στον Εθνικό κήπο;
- Αν σε ακούσει κανείς να τον αποκαλείς έτσι, θα σε βάλει φυλακή. Λέγεται Βασιλικός. Ας μην ξεχνάμε ότι αυτή την εποχή η Ελλάδα δεν είναι δημοκρατικό κράτος, αλλά έχει βασιλιά και βασίλισσα. Όλα τα εθνικά λέγονται βασιλικά. Ακόμη και ο κήπος.
- Ναι, γνωρίζω ότι η Βασίλισσα Αμαλία άρχισε να παρουσιάζει έντονη δράση καλλωπισμού της πόλης των Αθηνών με δημιουργία κήπων, πλούσιας δεντροφύτευσης δρόμων, καθώς και έντονη φιλανθρωπική δράση, κυριότερα δείγματα των οποίων ήταν: Οι κήποι της Αθήνας, το Αμαλίειο ορφανοτροφείο, ο Πύργος της Βασιλίσσης, η πρωτοποριακή για τα δεδομένα της εποχής και σε όλη την Ευρώπη, ίδρυση ασφαλιστικού φορέα για τους ναυτικούς, το γνωστό Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο κ.ά., καθιερώνοντας ακόμα και επίσημη γυναικεία ενδυμασία ανακτόρων, φολκλορική φορεσιά της ελληνικής υπαίθρου, ένα πρωτόγνωρο μέτρο στις τότε Βασιλικές Αυλές της Ευρώπης. Είπε ο Βασίλης.
- Δεν φρόντισε όμως να φωταγωγήσει την πόλη.
- Τι βόμβα ήταν αυτή που αμόλησες Ισίδωρε; Υπήρχε ηλεκτρισμός τότε; Το 1889 για πρώτη φορά ήρθε ο ηλεκτρισμός στην Ελλάδα. Όχι βέβαια. Δεν φώτιζαν τους δρόμους τότε και στα χέρια τους κρατούσαν λάμπες πετρελαίου ή φαναράκια με κερί για να μετακινηθούν έξω και να φωτίζονται. Αργότερα ανακαλύφθηκε η ασετιλίνη. Μετά πια ακολούθησε ο γνωστός ηλεκτρισμός το 1889, όπως προείπα. Πριν απ’ αυτό όμως, τα σπίτια είχαν λάμπες πετρελαίου ή κεριά. Όπως βλέπεις όταν κόβεται το ρεύμα σήμερα.
- Ούτε λόγος για τηλέφωνο, ίντερνετ, ραδιόφωνο, τηλεόραση.
- Αυτό εξυπακούεται. Αυτά είναι εφευρέσεις του 20ου αιώνα.
- Και πώς περνούν το χρόνο τους;
- Εκτός από τις δουλειές τους οι γυναίκες, κάνανε εργόχειρα κέντημα, πλέξιμο, αργαλειό. Οι άνδρες πήγαιναν στα καφενεία. Τι νομίζεις;
- Θέλω να πάω στο σπιτάκι μου. Δεν μ’ αρέσει εδώ.
- Στο σπιτάκι σου είσαι, αλλά δες υπάρχουν χωράφια στη θέση του.
- Πώς φτάσαμε τόσο μακριά;
- Δεν άκουσες; Ο Στάθης ο ηλίθιος μας πήρε στο λαιμό του. Τώρα θα έβλεπα στον καναπέ μου το ματς των αιωνίων αντιπάλων, θα έτρωγα πίτσα και θα έπινα μπύρες και αντ’ αυτού γυρίζω σε μια άγνωστη εποχή με φουστανέλα. Ούτε τις αποκριές δεν ντύνομαι έτσι. Είπε αντιδρώντας έντονα ο Ισίδωρος.
- Εγώ τι να πω; Αντί για το κινητό μου υπάρχει ένα σακουλάκι αμύγδαλα στην τσέπη μου, θαρρείς και παίζουμε τα κορίτσια στον ήλιο. Στάσου μύγδαλα! Αλήθεια, παιδιά θέλετε μύγδαλα; Γέλασαν όλοι.
- Εγώ έχω βγάλει μια φωτογραφία έγχρωμη με τη μαμά μου και την έχω εδώ μαζί μου. Κοιτάξτε εδώ είναι μια φωτογραφία ασπρόμαυρη στη θέση της, το σπίτι μας δεν υπάρχει . Σαν φόντο υπάρχουν αυτοί οι αμπελώνες . Επίσης η μαμά μου λείπει από την φωτογραφία και δείχνει εμένα με ρούχα εργάτριας να σπέρνω τα χωράφια. Άρα αυτή είναι η δουλειά μου εδώ; Πότε την έβγαλα;
- Είναι η κατάρα που λέγαμε. Όλα τα αλλάζει. Είπε η Νικολέτα.
- Μήπως δεν είμαστε εμείς αλλά κάποιοι άλλοι, και αυτοί οι άλλοι τι κάνουν επήγαν στο σπίτι μας και ζουν τη ζωή μας και απορούν που βρίσκονται όπως εμείς; Ή η Νικητούλη στο φως στην Ομίχλη μας ψάχνει; Μακάρι να ήμουν πίσω! Είπε ο Σωτήρης
- Παιδιά καταλαβαίνετε Ελληνικά; Σας είπα ότι είμαστε εμείς, μια κατάρα μας βαραίνει και πρέπει να τη λύσουμε για να γυρίσουμε πίσω. Είπε η Νικολέτα.
- Όχι, δεν το πιστεύω αυτό που λες. Αν όμως ισχύει, πιστεύω ότι θα λένε ότι άνοιξε η γη και μας κατάπιε μεταφορικά, αλλά κυριολεκτικά ισχύει αυτό. Είπε η Ευανθία.
- Μήπως πεθάναμε και ζούμε σε άλλη εποχή; Σε ένα παράλληλο σύμπαν; Είπε η Κατερίνα Αποκλείεται να πιστέψω ότι ένα πληγωμένο ελαφάκι προκάλεσε τόσο κακό.
- Κι όμως, αυτό συνέβη είπε η Νικολέτα.
- Ακόμα και μετεμψύχωση να υπήρχε δεν θα θυμόσουν αυτή τη ζωή. Είπε ο Βασίλης.
__________________

* Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο· καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο· το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή. Καζαντζάκης.

  #5  
Παλιά 15-03-12, 19:51
Το avatar του χρήστη fantasy
fantasy Ο χρήστης fantasy δεν είναι συνδεδεμένος
Senior Member
 
Εγγραφή: 09-12-2011
Μηνύματα: 797
Προεπιλογή

Κεφάλαιο 6: Η αναζήτησή τους από τους συγγενείς τους

Όπως σωστά τους είπε η Νικολέτα, στην εποχή τους ήταν χαμένοι. Η μητέρα της Μαρκέλλας έπαιρνε συνεχώς τηλέφωνο την κόρη της, αλλά η κλήση δεν ήταν εφικτή. Πραγματικά εκείνη τη μέρα οι 9 φίλοι και ο Στάθης βρίσκονταν δέσμιοι σε μια ξένη εποχή που δεν γνωρίζουν αν θα βγουν ζωντανοί ή αν θα λήξει αναίμακτα αυτή η περιπέτεια. Οι γονείς τους έκαναν τα πάντα για να τους βρουν. Ήταν 5 ζευγάρια. Δεν γνώριζαν ότι στην Ελλάδα το κανάλι που μεταδίδεται η εκπομπή αυτή δεν εκπέμπει πια. Έχει οικονομικό πρόβλημα. Πού να το δουν άλλωστε και να το αντιληφθούν; Δεν βλέπουν πια τηλεόραση. Όμως στις εφημερίδες και στο ίντερνετ η εξαφάνισή τους έχει μαθευτεί και μάλιστα κάνει το γύρω του κόσμου. Η αστυνομία ψάχνει νυχθημερόν για τον εντοπισμό τους.
Μάλιστα, η πρώην κοπέλα του Στάθη μίλησε στην ανακρίτρια που μάζεψε κάθε ύποπτο να τον εξετάσει.
- Πόσο καιρό είστε ζευγάρι με το Στάθη;
- Μία εβδομάδα περίπου.
- Μίλησε μας γι’ αυτόν.
- Θα πω όσα ξέρω. Αγαπούσε τη Νικολέτα. Εγώ γι’ αυτόν δεν ήμουν τίποτα. Ήμουν μια φίλη για να την ξεπεράσει. Πάντα και μαζί μου και χώρια μου ήταν μόνος. Και το έλεγε και το έδειχνε. Ακόμα κι αν ήμουν κοντά του, έλειπε. Πολλές φορές τον απέτρεψα από την αυτοκτονία. Μετάνιωσε που της φέρθηκε άσχημα. Την αγαπούσε αληθινά. Όταν την χώρισε το κατάλαβε. Ήθελε να χωρίσουμε και να ενωθούν ξανά. Από αγάπη τον άφησα. Πήγε να τη βρει και δεν επέστρεψε.
- Δεν σας τηλεφώνησε να σας πει αν την βρήκε, να σας δώσει ένα σημείο ζωής; Να σας ζητήσει να χωρίσετε; Κοπέλα του ήσασταν δεν μπορεί να έδειξε τέτοια αδιαφορία, εκτός εάν τους συμβαίνει αυτό που φοβόμαστε όλοι, δεν βρίσκονται πλέον σ’ αυτή τη ζωή. Είπε η ανακρίτρια.
- Τίποτα, κανένα σημείο ζωής. Τον έχασα για πάντα. Τον είχα όμως και ποτέ; Αυτό αναρωτιέμαι! Θαρρείς και άνοιξε η γη και τον κατάπιε. Όταν έμαθα ότι και η Νικολέτα αγνοείται μαζί με ακόμα 8 φίλους της, κατάλαβα ότι τα νέα δεν είναι και τόσο ευχάριστα.
- Θεωρείτε ότι είναι νεκροί; Είπε η ανακρίτρια.
Δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα. Το κεφάλαιο Στάθης έκλεισε για μένα. Κανονικά δεν έπρεπε να έρθω εδώ. Νιώθω τόσο ανόητη που έμεινα μαζί του και έχασα άσκοπα το χρόνο μου. Είναι ντροπή για μια κοπέλα να παραδέχεται δημόσια ότι δεν αγαπήθηκε από το σύντροφό της. Όσα είπα θα τα γράψουν οι εφημερίδες, θα γραφτούν στο ίντερνετ. Θέλω να πάω σπίτι μου!
Δεν πρόλαβε να της απαντήσει η ανακρίτρια γιατί εκείνη την ώρα χτύπησε η πόρτα και ένας αστυνομικός της είπε στ’ αφτί ότι κάποιος τη ζητά στο τηλέφωνο και την ενημέρωσε ποιος ήταν και τι θέλει. . Η ανακρίτρια ζήτησε να συνδέσουν τη γραμμή στο γραφείο της.
- Τι έγινε; Είπε με αγωνία.
- Ηρεμήστε δεσποινίς μου. Θα διακόψουμε την συζήτησή μας. Με ειδοποίησε ο νεαρός ότι κάποιος βρήκε στο δρόμο έξω από τη στάση τους το φουλάρι της Μαρκέλας και άλλα πολύτιμα προσωπικά αντικείμενα που μπορεί να δώσουν λίγο φως στο σκοτάδι. Σας ακούω! Είπε στο τηλέφωνο.
- Καλησπέρα σας. Είμαι ο αδερφός της Μαρκέλλας. Βρήκα ένα φουλάρι. Πιθανολογείται ότι είναι της Μαρκέλας, γιατί της το αγόρασα εγώ, ο ίδιος, αλλά μπορεί να έχει κι άλλη το ίδιο. Βλέπω όμως εδώ πέρα κι άλλα πράγματα, είδη προσωπικά που είναι σίγουρα των παιδιών. 5 γυναικείες τσάντες και 5 ανδρικά πορτοφόλια διασκορπισμένα και πεταμένα στο πάρκο. Θα πρέπει να συμβαίνει κάτι σοβαρό.
- Μπορείτε να μας φέρετε στο αστυνομικό τμήμα τα αντικείμενα που βρήκατε; Θα πρέπει να τα φέρετε ερμητικά κλειστά σε σακουλάκια για να δούμε αποτυπώματα Είπε η ανακρίτρια. Θα πω στον αρχηγό της αστυνομίας να στείλει ένα περιπολικό στην περιοχή να τα πάρει.
- Βεβαίως.
- Είναι πολύ περίεργο όλο αυτό που συμβαίνει.
- Αν γινόταν αυτό που λέτε θα τα είχαν κλέψει. Γιατί να τα πάρουν με τα χέρια τους. Όλα είναι ανέπαφα.
-Καλά, δεν τα βρήκε κάποιος να τα κλέψει; Είναι όλα άθικτα.
- Πράγματι, όπως τα λέτε και όπως σας τα λέω είναι.
- Πολύ περίεργα όλα αυτά που συμβαίνουν και δεν είναι εύκολο να βγάλεις άκρη σ’ αυτή την ιστορία…. Είπε απογοητευμένη η Ανακρίτρια.
Η συζήτηση κράτησε πολλή ώρα και κανένας δεν ήξερε τίποτα Συζήτησαν όλοι οι συγγενείς των παιδιών στο τμήμα, με την ανακρίτρια με τον αρχηγό της αστυνομίας, αλλά δεν βγήκε κάποιο αποτέλεσμα. Μέχρι το πρωί κράτησε η ανάκριση, αλλά το μόνο που κατάφεραν ήταν να τονίσουν περισσότερο την αγωνία των γονιών και των συγγενών για τα πράγματα που βρέθηκαν, αλλά όχι τα παιδιά τους. Δεν ήταν πουθενά. Το μυαλό τους πήγε σε όλες τις πιθανές περιπτώσεις και πάντα στο κακό. Την πραγματικότητα δεν ήταν δυνατόν να τη φανταστεί κανείς. Θα επαναλαμβανόταν η ανάκριση και αύριο.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
__________________

* Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο· καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο· το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή. Καζαντζάκης.

  #6  
Παλιά 15-03-12, 20:01
Το avatar του χρήστη fantasy
fantasy Ο χρήστης fantasy δεν είναι συνδεδεμένος
Senior Member
 
Εγγραφή: 09-12-2011
Μηνύματα: 797
Προεπιλογή

Κεφάλαιο 7: Σπουδαίες ανακαλύψεις

Η Κατερίνα ήταν πιο δειλή από τους άλλους. Έκλαιγε ότι δεν θα ξαναέβλεπε το σπίτι της. Έβλεπε στο δρόμο άνδρες με φράκα, αλλά και φουστανελοφόρους και της ήρθε να γελάσει. Κρατήθηκε όμως βλέποντας όλα τα μνημεία της αρχαιότητας σε καλύτερη κατάσταση απ’ το σήμερα.
- Προσέξατε ότι δεν υπάρχουν αυτοκίνητα, ούτε καν εκείνα που βλέπαμε στις ταινίες με την αστεία κόρνα.
- Το έτος 1886 έκανε στην Αθήνα την εμφάνισή του το πρώτο λεωφορείο. Ήταν ένα όχημα Γαλλικής κατασκευής μεγαθήριο για την εποχή, είχε 14 καθίσματα και κινείτο με ατμό, είχε σιδερένιες ρόδες και έκανε μεγάλο θόρυβο, καθώς περνούσε από τους κεντρικούς δρόμους της πρωτεύουσας που ακόμα δεν είχε ασφαλτοστρωθεί. Οι πρωτοπόροι επιχειρηματίες αυτοκινητιστές το εκμεταλλεύονταν στην γραμμή Αθήνα – Θήβα, ώσπου μια ημέρα από έναν σπινθήρα άρπαξε φωτιά και τελείωσε άδοξα η σταδιοδρομία του. Το 1896 έφθασε στην Ελλάδα το πρώτο αυτοκίνητο, το 1897 το δεύτερο και στην συνέχεια και άλλα. Είπε ο Βασίλης.
- Όλα έχουν την εξήγησή τους λοιπόν.
- Όσοι φορούν φράκο δεν φοράνε γραβάτα. Οι άλλοι φυσικά φοράνε φουστανέλες. Κανένας δεν φοράει γραβάτα;
- Η γραβάτα ανακαλύφθηκε το 1912. Είναι φυσικό. Το 2012 έκλεισε 100 έτη ζωής. Είπε η Κατερίνα.
- Έτσι εξηγείται!
- Μάλιστα, αυτή την εποχή υπάρχει το δίλημμα φράκο ή φουστανέλα.
- Πολύ αστείο πράγματι.
- Πάντως ψηφίζω φράκο. Με τη φουστανέλα δείχνω γελοίος.
- Έπρεπε να είσαι περήφανος γι’ αυτό. Έλληνας δεν είσαι; Έπρεπε να ήσουν τσολιάς στον Άγνωστο στρατιώτη καημένε. Γελάει κανείς μ’ αυτούς;
- Άλλο στον άγνωστο στρατιώτη και άλλο να περιπλανιέμαι μ’ αυτό στους δρόμους. Εκεί είσαι περήφανος να τη φοράς, στο δρόμο όχι. Όπως ένα γυμνό σε ένα βιβλίο ή σε ένα έργο τέχνης το θαυμάζεις, αλλά όταν βγεις γυμνός στο δρόμο είναι άλλο το συναίσθημα. Η ψυχολογία αλλάζει.
- Ναι, διότι να είσαι τσολιάς στον άγνωστο στρατιώτη είναι φυσικό, αλλά να βγεις τσολιάς να περιπλανιέσαι στο δρόμο είναι κάτι αφύσικο. Όπως και το παράδειγμα που έθεσες με το γυμνό. Το φυσικό κανείς δεν το κατακρίνει. Το αφύσικο όμως όλοι.
-Γι’ αυτή την εποχή δεν είσαι καθόλου γελοίος . Αν φορούσαμε τα ρούχα μας θα μας έβλεπαν σαν εξωγήινους ή θα ήμασταν μια περίεργη ομάδα. Μπορεί να μας περνούσαν για Φράγκους τουρίστες που φορούσαν ρούχα περίεργα γι’ αυτούς ή κάτι μεταφυσικό. Θα μας είχαν γράψει οι εφημερίδες. .
- Υπάρχουν εφημερίδες;
- Υπάρχουν ελάχιστες χειρόγραφες που τις έγραφαν με μελάνι και φτερό, γιατί η τυπογραφία βγήκε πολλά χρόνια μετά. Τις αγοράζουν μόνο οι προνομιούχοι και οι πλούσιοι, λόγω του γεγονότος ότι τις έγραφαν με το χέρι ήταν κουραστικό και ήταν πανάκριβες. Δεν έβγαιναν σε πολλά αντίτυπα. Είπε ο Βασίλης.
- Σκεφτήκατε που θα κοιμηθούμε; Νυχτώνει!
- Σεπτέμβρης μήνας και κάνει ψύχρα. Όλα είναι ήρεμα. Τίποτα δεν θυμίζει αυτό που πρόκειται αύριο να συμβεί.
- Είδες ποτέ σου να γίνεται σεισμός και να το καταλάβεις; Όλα ξαφνικά γίνονται.
- Αυτό παρατήρησα ότι ισχύει και με τους ανθρώπους. Σήμερα μιλάς και γελάς με κάποιον, φαίνεται στα μάτια σου ότι είναι υγιέστατος, κι αύριο μαθαίνεις ότι είναι πεθαμένος. Παλιοζωή!
- Πως θα σωθούμε; Βρείτε έναν τρόπο. Αν πεθάνουμε δεν θα ξαναγυρίσουμε στην εποχή μας.

Κεφάλαιο 8: Στον αχυρώνα
Βρήκαν έναν αχυρώνα κι αποφάσισαν να περάσουν εκεί τη νύχτα τους. Ήταν πολύ άβολα όμως, γιατί τα άχυρα τους ενοχλούσαν και ξύνονταν. Ήταν όλοι πλουσιόπαιδα και πολύ καλομαθημένοι κι αυτή η ζωή ήταν άγνωστη γι’ αυτούς.
Τότε πάψανε όλοι να μιλάνε γιατί είδαν ένα ζευγάρι να μπαίνουν στον χώρο και να μιλάνε τυπικά στον πληθυντικό.
- Αγαπητή μου, την προσφωνούσε. Νομίζω ότι κρυώνετε. Μέσα στην αγκαλιά μου θα νιώσετε καλύτερα.
και του απάντησε στον πληθυντικό
- Ω αγαπημένε μου μείνετε κοντά μου. Θέλω να νιώθω ότι βρίσκομαι στην αγκαλιά σας!
- Ασπάζομαι την χείρα σας.
- Σας τη δίνω κι είμαι όλη δική σας.
Παρακολούθησαν όλη τη συζήτηση που πραγματοποιήθηκε μ’ ένα απόμακρο πανομοιότυπο τρόπο. . Δεν μιλούσαν όπως εμείς. Χρησιμοποιούσαν τη δημοτική, αλλά μιλούσαν πιο αργά, με στοιχεία αρχαίων λέξεων, τονισμένες τις εκφράσεις και λυρισμό. Όμως δεν υπήρχε οικειότητα. Την καθαρεύουσα- αρχαΐζουσα ελληνική έμαθαν από το Βασίλη ότι την χρησιμοποιούσαν μόνο στο γραπτό λόγο. Κατάλαβαν ότι εκείνη ήταν παντρεμένη και είχε παράνομο δεσμό με τον άνδρα αυτό. Φιλιόντουσαν και έζησαν στιγμές πάθους. Εκείνοι έμειναν στο πάνω πάτωμα του αχυρώνα και δεν τους αντιλήφθηκαν. Είδαν όμως τα πάντα και γελούσαν. Μιλούσαν ψιθυριστά
- Τώρα καταλαβαίνω γιατί την παλιά εποχή όλα ήταν τέλεια. Δείτε μέσα στον αχυρώνα έβγαλαν τα μάτια τους. Πώς να μην οργιστεί ο Θεός μαζί τους; Αύριο θα τους κανονίσει.
- Βρε Νικολέτα, πως μιλάς έτσι; Φέρεσαι σαν να ζηλεύεις παιδί μου, της είπε ο Στάθης.
- Λέω ότι όλα τα στραβά και τα ανάποδα καταλογίστηκαν στην εποχή μας. Εγώ σας λέω ότι όλες οι εποχές το ίδιο είναι. Αυτοί τα έκαναν στα κρυφά. Στους αχυρώνες, στα πλυσταριά, πίσω από τις καλαμιές. Αν δεν τα βλέπαμε με τα μάτια μας πείτε μου, θα το μαθαίναμε ποτέ;
-Βέβαια, έχει δίκιο. Αυτή η εποχή είναι μια βιτρίνα που όλα τα δείχνει τέλεια, αλλά από πίσω κρύβεται βρόμα και δυσωδία που δεν φαίνεται. Απλά, εμείς τα φανερώνουμε όλα, αφού έχουμε τόσα κανάλια, το διαδίκτυο, το ραδιόφωνο. Αυτοί τι έχουν; Όλες οι εποχές έχουν τα στραβά τους, απλά δεν προβάλλονται κι έτσι η εποχή τους είναι αγία στα μάτια μας, ενώ μπορεί αν υπήρχαν τα μέσα που υπάρχουν σήμερα, να ήταν και χειρότερη. Αυτό κανείς δεν το ξέρει. Στην εποχή μας αυτή η σκηνή θα είχε προβληθεί από τα κουτσομπολίστικα κανάλια σε μεσημεριανή εκπομπή και θα είχε φτάσει μέχρι την Αμερική η προβολή της.
- Κοιτάξτε εκείνη φεύγει.
- Ναι, σκέφτηκε ότι έχει και σύζυγο. Τώρα θα το παίξει γατούλα και σ’ εκείνον.
- Όχι, φαίνεται στερημένη από έρωτα κι αυτός είναι ο άνδρας που την ικανοποιεί. Δεν είδατε με τι τρόπο τον φιλούσε και γινόταν ένα μ’ αυτόν; Τα σπίτια τότε ήταν διαφορετικά δομημένα. Οι άνδρες είχαν χωριστές κρεβατοκάμαρες από τις γυναίκες. Άρα το συμπέρασμα που βγαίνει είναι αυτό που καταλάβατε όλοι σας.
- Κουτσομπόληδες! Είπε η Μαρκέλλα οργισμένη. Δεν φτάνει που βρήκαμε μια γωνιά να κοιμηθούμε, εσείς σχολιάζετε όσα διαδραματίστηκαν πριν λίγα λεπτά εδώ, σ’ αυτό το μέρος. Είστε αχάριστοι. Εμείς κρυφά δεν ήρθαμε εδώ; Άντε κοιμηθείτε γιατί αύριο έχουμε μια δύσκολη μέρα.
- Να, φεύγει κι αυτός. Τον τρελό, άφησε ανοικτή την αποθήκη, μας βολεύει αυτό.
- Γιατί να την κλείσει;. Η Αθήνα τότε δεν ήταν όπως σήμερα. Τι να φοβηθεί;
- Σωστά. Τι σκέφτεσαι Βασίλη;
- Είναι εξακριβωμένο ότι θα πεθάνουμε. Αυτή η κατάσταση ξερίζωσε δέντρα και σπίτια. Πώς θα σωθούμε αν είμαστε κλεισμένοι εδώ; Θα έλεγα να σκάψουμε υπόγεια λαγούμια και να μπούμε μέσα.
- Με τα λόγια χτίζονται παλάτια. Από έργα τι γίνεται; Έχεις τα κατάλληλα εργαλεία;
- Κάτι άλλο βρε παιδιά σοβαρότερο, τι θα τρώμε; Ξέρετε ότι δεν έχουμε χρήματα, ότι τα πορτοφόλια μας τα αφήσαμε στην εποχή μας;
- Δόξα τω Θεώ έχει τόσα δέντρα, θα κόψουμε σταφύλια αμύγδαλα και άλλα πολλά καλά να φάμε. Θα πιούμε νερό από το πηγάδι. Εμένα άλλο με προβληματίζει πώς θα ζήσουμε; Τι θα κάνουμε να αποφύγουμε αυτή την καταστροφή που έρχεται;
- Να την αποφύγουμε δεν μπορούμε, αλλά μπορούμε να την αντιμετωπίσουμε.
- Ουφ! Θέλει σκέψη

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
__________________

* Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο· καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο· το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή. Καζαντζάκης.

  #7  
Παλιά 16-03-12, 08:36
Το avatar του χρήστη fantasy
fantasy Ο χρήστης fantasy δεν είναι συνδεδεμένος
Senior Member
 
Εγγραφή: 09-12-2011
Μηνύματα: 797
Προεπιλογή

Κεφάλαιο 9: Αχ βρε Κατερίνα, καλύτερα να μασάς παρά να μιλάς.

Όλα πήγαιναν μια χαρά. Τα ζευγάρια ήταν αγκαλιασμένα και ευτυχισμένα. Την σιωπή και την ηρεμία την έσπασε η Κατερίνα.
- Ξέρεις τι σκέφτομαι Βασίλη μου;
- Τι Κατερινούλα μου;
- Ο θάνατος θα είναι γλυκός, αν πεθάνουμε μαζί.
- Ρομαντική που είσαι καημένη. Είπε ο Ισίδωρος.
- Ναι, τέτοιος χοντρόπετσος που είσαι εσύ! Είπε με παράπονο η Μαρκέλλα.
- Αυτά αγαπητή μου τα έλεγα κάποτε στην πρώην μου και χώρισα. Κανείς δεν ξέρει αν αύριο θα είναι μʼ αυτό το άτομο. Μεγάλα λόγια λοιπόν!
- Επέτρεψε μου να έχω διαφορετική γνώμη από σένα, και θύμισε μου όταν πάμε στην εποχή μας να σου δώσω το πασαπόρτι σου, γιατί αρκετά σʼ ανέχτηκα. Είχε δίκιο η μάνα μου, αξίζω καλύτερη τύχη.
- Ωραία βρες έναν καθωσπρέπει κύριο με κουστούμι και γραβάτα και φτιάξε τη ζωή σου. Θα είστε το τέλειο ζευγάρι. Εγώ πνίγομαι μʼ αυτή τη σκέψη.
- Ντροπή. Εδώ ήρθατε να λύσετε τις διαφορές σας;
- Καλά σας λέει. Ρε παιδιά μην αρπάζεστε. Ωραία, κάντε ό,τι θέλετε όταν γυρίσετε στην εποχή σας, αν επιστρέψετε ποτέ, αλλά σιγότερα να μιλάτε.
- Έχει δίκιο η Παυλίνα. Μην ξεχνάτε ότι παραβιάσαμε ιδιωτικό χώρο Αν μας πιάσουν μπορεί να μας κρεμάσουν. Να μας περάσουν για ληστές ή για κατάσκοπους. Υπήρχε θανατική ποινή τότε. Προσοχή!
- Μα δεν την ακούς τι λέει. Εντάξει, αν θέλει να με χωρίσει μία, εγώ θέλω χίλιες. Δεν την έχω ανάγκη. Δεν θα αναγκαστώ να ξαναφορέσω τη θηλιά για δεύτερη φορά.
- Καταλάβατε με τι υποκείμενο έμπλεξα; Ωραία κύριε, τελειώσαμε.
- Κι εγώ θα βάλω τη γάτα μου να κλαίει.
- Κτήνος!
- Εσύ Τρύφωνα θα πέθαινες για μένα; Είπε η Παυλίνα
- Άμα σου μιλήσω διαφορετικά θα έχω την αντιμετώπιση του Ισίδωρου; Οι πεποιθήσεις μου είναι διαφορετικές με τις δικές σου. Σʼ αγαπώ, αλλά δεν είσαι τα πάντα για μένα.
- Κατάλαβα. Είπε η Παυλίνα.
- Τελικά, μόνο ο Βασίλης εδώ πέρα αγαπά αληθινά. Είπε η Κατερίνα ικανοποιημένη.
- Όχι μόνο ο Βασίλης, κι εγώ απέδειξα ότι δεν μπορώ να ζήσω χωρίς την Νικολέτα.
- Έχει δίκιο. Είπε χαρούμενη η Νικολέτα.
- Εσύ Σωτήρη τι λες; Είπε η Ευανθία.
- Εγώ Εύα μου σκέφτομαι διαφορετικά. Αν πεθάνω για σένα εσύ θα ζήσεις και θα βρεις άλλον έτσι; Γιατί να πεθάνω λοιπόν, αφού έτσι κι αλλιώς χαμένος θα είμαι.
- Αν πεθαίναμε μαζί;
- Τότε αλλάζει.
- Άρα κι ο Σωτήρης αγαπά αληθινά είπε η Ευανθία ικανοποιημένη.
- Εγώ ποιος σας είπε ότι δεν αγαπώ την Παυλίνα μου. Απλά αγαπώ μʼ ένα δικό μου τρόπο.
- Εγώ είμαι πιο πεζός. Απλά γουστάρω να είμαι σήμερα με την Μαρκέλλα, αύριο ποιος ξέρει.
- Δεν θέλω να σʼ ακούω, ούτε να σε βλέπω. Πάω να φύγω έχω συγχυστεί
- Στάσου τρελή, έρχομαι μαζί σου.
- Άφησε με ήσυχη.
- Αυτό θα κάνω. Επειδή μου το ζητάς εσύ. Ακούς Μαρκέλλα;
- Έχω βάλει ωτασπίδες.
- Μαρκέλλα χωρίζουμε το καταλαβαίνεις;
- Δεν είναι για σένα η πρώτη φορά. Μαθημένο το βουνό από τα χιόνια.
- Πού πάει τώρα, θα πρέπει να την ακολουθήσω. Φεύγω παιδιά. Φοβάμαι πάνω στην απελπισία της μην κάνει καμιά τρέλα.
- Την αγαπάς;
- Και βέβαια, πλάκα έκανα. Τι μυγιάγγιχτη που είναι! Δεν έχει καθόλου αίσθηση του χιούμορ.
- Τότε τρέχα. Σταμάτα την! Μόνο εσύ μπορείς να το κάνεις.
- Πάμε κι εμείς είπε η Κατερίνα.
- Είδες τι ανακατωσούρα δημιούργησες;
- Ναι Βασιλάκη, βάλε τα μαζί μου τώρα.
- Αν δεν μιλούσε η γλωσσίτσα σου, θα ήμασταν μια χαρά. Αχ βρε Κατερίνα μου καλύτερα να μασάς παρά να μιλάς.
- Είμαι θυμωμένη τώρα μʼ αυτό που είπες.
- Λοιπόν, αν αντιδράσω σʼ αυτό θα γίνει το ίδιο σκηνικό. Παύω, και σου προτείνω για το καλό της σχέσης μας να κάνεις το ίδιο.
- Ό,τι πεις.
-Ευτυχώς, που εγώ έχω χιούμορ και δεν θα λάβω υπόψη μου την απάντηση του Τρύφωνα, αλλιώς θα υπήρχε ακόμη ένας χωρισμός. Είπε η Παυλίνα.
- Μα δεν αστειευόμουνα, σοβαρά μιλούσα. Είμαι Μανιάτης εγώ. Αυτό που πάντα πιστεύω, αυτό λέω.
- Δηλαδή θες να με πείσεις ότι…
- Δεν θέλω να σε πείσω για τίποτα. Σʼ αγαπώ με έναν δικό μου τρόπο. Αν σου αρέσει έχει καλώς, αν όχι, ιδού η πόρτα. Δεν θα σε παρακαλέσω.
- Άνω κάτω γίναμε. Μια χαρά ήμασταν. Τι κατάρα έπεσε; Είπε η Ευανθία.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
__________________

* Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο· καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο· το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή. Καζαντζάκης.


Τελευταία επεξεργασία από το χρήστη fantasy : 16-03-12 στις 08:46
  #8  
Παλιά 16-03-12, 08:46
Το avatar του χρήστη fantasy
fantasy Ο χρήστης fantasy δεν είναι συνδεδεμένος
Senior Member
 
Εγγραφή: 09-12-2011
Μηνύματα: 797
Προεπιλογή

Κεφάλαιο 10: Ο βιασμός

Η Παυλίνα χωρίς να πει τίποτα άλλο ακολούθησε την Μαρκέλλα έξω από τον αχυρώνα, αλλά ο Τρύφωνας ήταν αμετακίνητος βράχος. Έμεινε στη θέση του. Δεν έτρεξε όπως ο Ισίδωρος πίσω της να την ακολουθήσει.
- Όπως έστρωσε ας κοιμηθεί. Αυτή έφυγε, αυτή να ξαναγυρίσει.
Δεν ήθελε να ρίξει τα μούτρα του και να την κυνηγήσει, ενώ ο Ισίδωρος την παρακαλούσε να τον συγχωρήσει. Ο Τρύφωνας είχε άλλες απόψεις ήξερε ότι χωρίς αυτόν δεν κάνει και ότι τον αγαπά και μόνη της θα τον παρακαλέσει να γυρίσει πίσω. Το έχει ξανακάνει πολλές φορές. . Τελικά, απ’ αλλού το περιμένανε, απ’ αλλού τους ήρθε. Η Μαρκέλλα τα ξανάφτιαξε με τον Ισίδωρο, μετά από μια δύσκολη στιγμή, που εκείνος δημιούργησε με τη στάση του. Η Παυλίνα δεν μπόρεσε να διανοηθεί πως ο Τρύφωνας της φέρθηκε ελεεινά. Όλοι λέγανε σκληρό τον Ισίδωρο, άλλος αποδείχθηκε σκληρός. Οι άλλοι τον μάλωναν, δεν ανησυχεί;
Η Παυλίνα περπατούσε μόνη σε έναν άγνωστο δρόμο, απομακρύνθηκε αρκετά. Βρέθηκε σε ένα καφενείο που είχε και ποτό, οι θαμώνες ήταν μόνο άνδρες και κάθισε σε ένα απόμερο τραπεζάκι. Ζήτησε από τον καφετζή- ταβερνιάρη να πιει αλκοόλ, πολύ αλκοόλ απόψε. Να μεθύσει για να ξεχάσει. Να ξεχάσει την απονιά αυτού που την πλήγωσε. Οι άνδρες την έβλεπαν με πάθος και έτριβαν τα μουστάκια τους από ικανοποίηση. Λάμπανε τα μάτια τους. Τους φάνηκε πολύ όμορφη. Ένας απ’ αυτούς την πλησίασε και της μιλούσε χυδαία, όλοι μαζί μετά της μιλούσαν και την πλησίαζαν ερωτικά. Φοβήθηκε πολύ. Πρώτη φορά στη ζωή της ένιωσε τόσες ανάσες μαζεμένες να την πλησιάζουν σαν πεινασμένοι και να ζητάνε σαν λυσσασμένα όρνια το κορμί της και εκείνη ήθελε να κλάψει. Δεν μπόρεσε να ξεφύγει. Μαζί μ’ αυτούς μπήκε στο χορό και ο μαγαζάτορας. Εκείνος ήταν χειρότερος, γιατί προχώρησε και σε φιλιά στο λαιμό. Μακάρι αυτό να ήταν ένας εφιάλτης και να ξυπνούσε. Ένας μεθυσμένος την άρπαξε από το μαλλί και οι άλλοι γελούσαν και ένας απ’ αυτούς άρχισε να γλείφει και να ρουφά τα χείλη της κι εκείνη δεν μπορούσε να αντισταθεί κι έκλεινε τα μάτια γεμάτη από αηδία και φόβο. Ο φόβος έγινε οργή και ντροπή όταν της έβγαλε το φόρεμα μέχρι την κοιλιά και ελευθέρωσε τα στήθη της και προχώρησε μέχρι την κοιλιά. Ένιωθε τόσο ικανοποιημένος μ’ αυτό που έκανε που ζητούσε κι από τους άλλους να πάρουν μεζέ Όλοι μαζί άρχισαν να την φιλάνε. Στο τέλος κόσμος μαζεύτηκε έξω από το μαγαζί και ζητούσε να μπει μέσα να δοκιμάσει.
Εκείνη πάλευε με όλες τις δυνάμεις να ξεφύγει και ένιωσε ανήμπορη μπροστά σε τόσα διψασμένα ανδρικά βλέμματα, φιλιά και χάδια. Η ανάσα τους μύριζε αλκοόλ.

Κεφάλαιο 11: Το κακό προαίσθημα του Τρύφωνα

Οι φίλοι της ανησύχησαν και την έψαχναν. Ειδικά ο Τρύφωνας είχε αρχίσει να ανησυχεί.
- Νόμιζα ότι το έκανε γι’ αστείο. Εντάξει με έπιασε το μανιάτικο. Ήθελα να γίνει το δικό μου. Πού να βρίσκεται; Θεέ μου φύλαξε την! Έσφαλα το ξέρω, μακάρι να είναι καλά!
- Τι γίνεται εκεί; Σ’ εκείνο το καφενείο γιατί ουρλιάζουν;
- Πάμε να δούμε.
- Δεν μας αφορά.
- Έχω ένα κακό προαίσθημα, πρέπει να πάω. Είπε ο Τρύφωνας
- Αφού επιμένεις, πάμε.
Όταν έφτασε εκεί είδε την αγαπημένη του μισόγυμνη να κλαίει με αναφιλητά και άρχισε κι εκείνος να κλαίει. Έδιωξε όσους ήταν έξω από το μαγαζί. Έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε κι έγινε μαινόμενος ταύρος. Την άρπαξε από τα χέρια τους και την πήγε μισόγυμνη έξω από το μαγαζί πολύ γρήγορα με ορμή, μαζί με τους φίλους του. Οι φίλοι του την βοήθησαν να ντυθεί. Ο Τρύφωνας άρχισε με οργή την προσπάθεια να ξαπλώσει κάτω όσους την παρενόχλησαν, δηλαδή όλους, και όλοι ήταν τόσο ζαλισμένοι από τα βίαια χτυπήματα που ήταν εύστοχα. Τους είχε ρίξει νοκ άουτ, γιατί ήξερε από πολεμικές τέχνες, κάτι που εκείνη την εποχή δεν ήταν εντελώς γνωστό ακόμη σε όλα τα κοινωνικά στρώματα και δεν μπόρεσαν να αντιδράσουν. Μάλιστα, ήταν και μεθυσμένοι. Αυτό άργησε αρκετά να γίνει, γιατί η φουστανέλα που φορούσε ο Τρύφωνας ήταν αρκετά άβολη. Τότε είπε στον καφετζή που δεν ήταν πολύ μεθυσμένος και συνήρθε πρώτος.
- Πειράξατε την γυναίκα π’ αγαπώ. Σας δίνω μια κατάρα. Καταριέμαι εσάς και την πόλη σας σήμερα, αφού είναι ξημερώματα με μεγάλη θύελλα να αφανιστείτε και να γκρεμιστεί το καφενείο σας.
Αυτός μιλούσε τη δημοτική, αλλά μιλούσε γρήγορα και η διάλεκτος αυτή των νέων Ελληνικών τους φάνηκε άγνωστη. Μερικές λέξεις όμως τις κατάλαβαν.
Εκείνοι αδύναμοι άρχισαν να συνέρχονται, αλλά από τους πόνους που είχαν στο κορμί δεν μπόρεσαν να σηκωθούν και από τη ζάλη τους δεν πονηρεύτηκαν να σκεφτούν ότι δεν είναι σαν κι αυτούς, αλλά χρονοταξιδιώτες που ήρθαν από το μέλλον.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
__________________

* Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο· καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο· το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή. Καζαντζάκης.

  #9  
Παλιά 16-03-12, 08:57
Το avatar του χρήστη fantasy
fantasy Ο χρήστης fantasy δεν είναι συνδεδεμένος
Senior Member
 
Εγγραφή: 09-12-2011
Μηνύματα: 797
Προεπιλογή

Κεφάλαιο 12: Η απογοήτευση της Παυλίνας και η εξαφάνιση του Τρύφωνα

Έφυγαν όλοι από εκείνο το μέρος όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Η Παυλίνα έκλαιγε γεμάτη ντροπή. Ήθελε να κάνει ένα μπάνιο, να βγάλει όλη τη βρόμα από πάνω της. Δεν ήθελε να δει στα μάτια της τον Τρύφωνα. Αρνιόταν να του μιλήσει ή να τον ακούσει κι εκείνος της ζητούσε συγνώμη, και ζήτησε αύριο να πεθάνει στη θύελλα, γιατί τέτοια καθάρματα σαν κι αυτόν δεν αξίζει να ζουν.
Έφυγε κρυφά από την παρέα του και τριγυρνούσε μόνος στους δρόμους της Αθήνας.
- Έφυγε αυτός; Είπε εκείνη τάχα αδιάφορα.
- Ναι, ήθελε να σε απαλλάξει από την παρουσία του. Βλέπεις, νιώθει ένοχος για όσα σου συνέβησαν και αυτοτιμωρείται. Θέλει να πεθάνει αύριο.
- Καλά να πάθει. Ευτυχώς, το κατάλαβε. Σε τέτοια σκουλήκια αξίζει ένα τέτοιο τέλος. Ναι , να πεθάνει γιατί ήταν ανάξιος.
- Ανάξιος; Ξέρεις τι έκανε; Σ’ έσωσε τη στιγμή που άρχισαν να σε γδύνουν εντελώς. Μέχρι την κοιλιά σε φίλησαν. Είδε τον κόσμο που μαζεύτηκε και εμείς του λέγαμε να φύγουμε. Εκείνος επέμενε. Είχε προαίσθημα ότι κάτι γίνεται εκεί μέσα. Δεν είχε άδικο. Σ’ αγαπά με το δικό του τρόπο. Το είπε άλλωστε. Έδιωξε το πλήθος που περίμενε απ’ έξω, μπήκε μέσα και τότε σε άρπαξε και σε έβγαλε έξω και λογαριάστηκε με τους μέσα. Τους ξάπλωσε όλους κάτω. Σε γλίτωσε από σίγουρο βιασμό ανόητη. Ξάπλωσε κάτω με λαβές όλα τα ρεμάλια που σε πασπατεύανε.
- Με έσπρωξε με οργή και με έβγαλε μισόγυμνη από το καφενείο-ταβέρνα έξω. Το είπες κι εσύ. Ξεφτιλίστηκα απόψε εξαιτίας του.
- Και ποιος σε ξέρει εδώ. Μόνο εμείς. Εμείς θα το ξεχάσουμε. Το έκανε επίτηδες για να προλάβει να μην αντιδράσουν αυτοί. Για καλό τα έκανε. Εγώ στάθηκα στο κεφαλόσκαλο του καφενείου και τα είδα όλα. Εμείς σε ντύσαμε Είχες πάθει σοκ. Έμοιαζες με λιπόθυμη. Όταν συνήρθες άρχισες να κλαις. Είπε ο Σωτήρης.
- Λέτε να του συμβαίνει κάτι; Θα πρέπει να τον δεχτώ πίσω.
- Αν φυσικά τον βρούμε και είναι ζωντανός.
- Τελικά μ’ αγαπάει με το δικό του τρόπο. Έπρεπε να τον πιστέψω. Μου το είπε άλλωστε.
- Είναι Μανιάτης ο άνθρωπος, τι να κάνουμε;
- Αυτό όμως δεν πρέπει να τον κάνει εγωιστή.

Κεφάλαιο 13: Η συμφιλίωση της Παυλίνας με τον Τρύφωνα

Ο Τρύφωνας βρήκε ένα υπόγειο καταφύγιο, λαγούμι, από τον καιρό του πολέμου, της επανάστασης του 21. Μάλιστα έμοιαζε με μια βαθιά σπηλιά. Όταν σωθούν χάρη σ’ αυτόν, τότε η Παυλίνα θα τον δεχτεί πίσω. Δεν μπορεί να σκεφτεί τη ζωή του χωρίς αυτήν. Πως το έκανε αυτό το πράγμα; Έπρεπε να τους βρει και να τους οδηγήσει σ’ αυτή τη σπηλιά. Σε λίγες ώρες ο καιρός θα χαλάσει και θα γίνει το κακό. Χρόνος για περισσότερη καθυστέρηση δεν υπάρχει.
Η Παυλίνα ένιωθε χάλια και έκλαιγε. Έδειξε την αγάπη του με πράξεις τελικά. Έπρεπε να δώσει τόπο στην οργή. Μια τέτοια στιγμή έπρεπε να είναι ενωμένοι και αντ’ αυτού μια κατάρα τους κράτησε μακριά τον έναν από τον άλλο. Εκείνος είδε όλη την παρέα να περπατάει και ήθελε να τρέξει, αλλά πάλι ο εγωισμός του τα χάλασε. Κρύφτηκε πίσω από ένα δέντρο, μια τεράστια βελανιδιά, και παρακολουθούσε την Παυλίνα να κλαίει. Δεν άκουγε όμως τι έλεγε γιατί ήταν μακριά.
-- Ίσως εδώ ο εγωισμός μου λειτούργησε σωστά. Η Παυλίνα ενδιαφέρεται. Άρχισε να βρέχει και τρώει τη βροχή. Θα πάμε σε εκείνο το λαγούμι που βρήκα. Πιστεύω να μας χωράει όλους. Αν δεν μας χωράει, εμείς οι άνδρες θα μείνουμε έξω.
Πέρασαν όλοι μπροστά από το δέντρο που ήταν κρυμμένος και από τη μία πλευρά ήταν εκείνος και από την άλλη οι εννέα φίλοι Ευτυχώς, ήταν μια βελανιδιά με πολύ πλατύ κορμό και δεν τον αντιλήφθηκαν, αλλά ούτε κι εκείνος τους αντιλήφθηκε ότι θα σταματούσαν εκεί. Νόμιζε ότι είχαν φύγει, μέχρι που άκουσε τη συνομιλία τους πια, αφού πλησίασαν κοντά και δεν φανερώθηκε αμέσως, θα το έκανε την κατάλληλη στιγμή.
- Θα σταματήσουμε λίγο εδώ. Είμαι πολύ απογοητευμένη. Ωραία, του είπα ότι δεν θέλω να του μιλήσω. Έπρεπε να φύγει; Ας έμενε. Η μάνα μου λέει πως όταν ένας άνδρας αγαπά, επιμένει.
- Από τη στιγμή που τον διώχνεις, τι να κάνει; Κοροΐδο ήταν να μείνει; Είπε ο Σωτήρης.
- Βέβαια. Για να μείνει και να επιμένει ένας άνδρας πρέπει να έχει ένα δείγμα ότι ενδιαφέρεσαι. Όταν τον διώχνεις, πνίγει αυτή την αγάπη όσο κι αν σε θέλει. Έχει δεδομένο ότι δεν τον θέλεις. Πού να φανταστεί ο άνθρωπος ότι τον διώχνεις και τον θέλεις. Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα. Αν τον θέλεις τον κρατάς. Αν δεν τον θέλεις πρέπει να φύγει.
- Κι αν έχει πεθάνει ήδη; Και αν κλαίει και υποφέρει χωρίς εμένα;
- Αυτά να τα σκεφτόσουν πριν τον διώξεις. Ωραία, αφού τον αγαπάς και σ’ αγαπά, γιατί έπρεπε να γίνει όλο αυτό; Εξήγησε μας.
- Έχετε δίκιο. Υπάρχουν άνδρες που αγαπάνε, αλλά έχουν διαμορφώσει και έναν χαρακτήρα που τους κάνει διαφορετικούς από τους άλλους. Όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή δείχνουν τον πραγματικό τους εαυτό. Ο Τρύφωνας ήταν ένας απ’ αυτούς. Αν γυρνούσε πίσω ο χρόνος δεν θα αντιδρούσα. Θα τον έκλεινα στην αγκαλιά μου.
- Τι το λες και δεν το κάνεις! Ακούστηκε μια φωνή γνώριμη που την αναστάτωσε σύγκορμη.
- Που είσαι Τρύφωνα; Πού είσαι αγάπη μου;
- Από την άλλη πλευρά της βελανιδιάς. Ευτυχώς, ήρθαν έτσι τα πράγματα που άκουσα αυτά που έπρεπε να ακούσω. Συγνώμη για όλα Παυλίνα. Εγώ είμαι η αιτία που πέρασες τόσα απόψε κουκλίτσα μου. Είπε και έκλαιγε με μαύρο δάκρυ.
- Πάψε να κλαις. Οι άνδρες δεν κλαίνε. Εγώ συγνώμη που νόμιζα ότι είσαι σαν τους άλλους.
- Μπορείς να μ’ αλλάξεις εσύ, αν θες.
- Όχι, δεν έχω αυτό το δικαίωμα. Τώρα που ξέρω ότι μ’ αγαπάς.
- Πώς το κατάλαβες ότι σ’ αγαπώ;
- Ποιος άλλος θα με έσωζε από τα κτήνη; Ποιος άλλος από τους τέσσερις άνδρες της παρέας μας έφθασε στο σημείο να δείξει με πράξεις τα όσα πρεσβεύει; Οι άλλοι τέσσερις είπαν λόγια. Ποιος απ’ αυτούς θα τα έβαζε με θεούς και δαίμονες για να με υπερασπιστεί; Για να με βγάλει από την κόλαση και να παίξει την ζωή του απόψε κορώνα γράμματα; Κανείς! Μόνο εσύ το απέδειξες έμπρακτα.
- Πάντως ό,τι και να έγινε εγώ θα γίνω αυτό που θες.
- Θα σου πω μια αληθινή ιστορία κι ό,τι θέλεις κάνε. Είπε η Νικολέτα.
Μια κοπέλα αγαπούσε ένα παλικάρι ιδιότροπο σαν κι εσένα. Είχε όνειρα από τη ζωή να τον αλλάξει και να τον μετατρέψει σ’ ένα ανθρωπάκι στα μέτρα της, χωρίς να σεβαστεί την προσωπικότητα και το χαρακτήρα του. Αυτός για να μην την χάσει έγινε αυτό που ήθελε. Δεν θα το πιστέψεις. Αυτό το πλάσμα δεν της άρεσε πια και τον απάτησε με κάποιον άλλο που είχε τον προηγούμενο χαρακτήρα εκείνου. Αν ο άνδρας είναι έτσι στη φύση του, έτσι πρέπει να μείνει. Εσώψυχα αυτός ο χαρακτήρας σου αρέσει. Όταν τον ερωτεύεσαι, αυτό πραγματικά θες. Αν θες να είναι μαλθακός, θα είναι μαλθακός. Αν θες εσώψυχα να είναι ιδιότροπος, αν τον αλλάξεις η ψυχή θα αντιδράσει και το αποτέλεσμα θα είναι οδυνηρό.
- Έχει δίκιο Τρύφωνα η Νικολέτα. Δεν θέλω να αλλάξεις. Να μείνεις αυτός που είσαι, διότι εγώ εσένα αγάπησα.
- Πρέπει να φύγουμε απ’ αυτό το δέντρο, γιατί άρχισε να φυσά και πολύ φοβάμαι ότι το δέντρο αυτό θα ξεριζωθεί. Θα μας πάρει μαζί του στο πέρασμά του και ποτέ δεν θα ξαναδούμε την εποχή μας.
- Συμφωνώ με το Σωτήρη. Λοιπόν αφήστε τώρα τα λόγια και πάμε. Βρήκα ένα υπόγειο λαγούμι από τον καιρό της επανάστασης. Θα μείνουμε εκεί για αρκετό καιρό. Ευτυχώς είναι υπόγειο και βαθύ και θα σωθούμε από την θύελλα.
- Μπράβο Τρύφωνα είπαν όλοι και του έσφιξαν το χέρι. Μόνο η Παυλίνα τον έσφιξε στην αγκαλιά της και του σφράγισε τα χείλη με ένα γλυκό φιλί.
- Το πιστεύετε ή όχι, μόνο αυτό το μπράβο με ικανοποίησε.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
__________________

* Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο· καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο· το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή. Καζαντζάκης.


Τελευταία επεξεργασία από το χρήστη fantasy : 16-03-12 στις 08:58
  #10  
Παλιά 16-03-12, 09:18
Το avatar του χρήστη fantasy
fantasy Ο χρήστης fantasy δεν είναι συνδεδεμένος
Senior Member
 
Εγγραφή: 09-12-2011
Μηνύματα: 797
Προεπιλογή

Κεφάλαιο 14: Μεταξύ δύο εποχών. Το περίεργο διαμέρισμα.

Δεν πήρε απάντηση και τους πήγε αμέσως στο λαγούμι που βρήκε. Μπήκε μέσα κι αυτός μαζί τους. Μάλιστα, όταν μπήκαν μέσα είδαν ότι υπήρχαν πολλοί διάδρομοι. Αυτοί προχωρούσαν όλο ευθεία. Ξαφνικά, είδαν ένα φως και κατευθύνθηκαν προς αυτό. Στο τέρμα του είδαν πάλι το γεφύρι που είχαν πρωτοδεί και διέσχισαν. Πήραν πάλι τον ίδιο δρόμο και ακούστηκε ένα μπαμ. Πέταξαν ψηλά και έπεσαν στο κενό και άραξαν σ’ ένα κήπο. Εκεί είδαν ένα πολυτελέστατο απέραντο σπίτι της εποχής τους, έμοιαζε σαν το σπίτι του Big Brother, αλλά φορούσαν ακόμα τα παλιά τους ρούχα.
Είδαν μια κόκκινη πόρτα που έγραφε: «Ελάτε μέσα γρήγορα.».
Στο 1852 άρχισε η θύελλα, έγινε όπως ακριβώς το ήξεραν. Το διαμέρισμα αυτό είχε τηλεόραση και είδαν από μια κεντρική αναμμένη τηλεόραση του σαλονιού την καταστροφή, χωρίς να τους επηρεάσει. Εδώ ήταν ασφαλείς. Πραγματικά, σ’ αυτό το διαμέρισμα υπήρχαν πέντε διπλά κρεβάτια και ισάριθμες κρεβατοκάμαρες. Μια κρεβατοκάμαρα αντιστοιχούσε για κάθε ζευγάρι. Κάθε δωμάτιο είχε μια ντουλάπα με γυναικεία και ανδρικά ρούχα της εποχής τους. Μάλιστα, ήταν τα συγκεκριμένα που φορούσαν πριν βάλουν ο καθένας τα ρούχα της άλλης εποχής. Ντύθηκαν όλοι και τα ρούχα του προπερασμένου αιώνα εξαφανίστηκαν. Η Μαρκέλλα παρατήρησε ότι μόνο το φουλάρι της έλειπε, αλλά μάλλον θα το έχασε.
Στην κουζίνα υπήρχαν δύο ψυγεία μ’ όλα τα καλά και άρχισαν λαίμαργα να τρώνε. Ο Βασίλης φοβήθηκε και δεν δοκίμασε τίποτα. Τον ακολούθησε και η Κατερίνα. Οι υπόλοιποι όμως έφαγαν μέχρι σκασμού.
- Ποιος θα μας πει πού είμαστε;
Είδαν ένα χαρτάκι που έγραφε:
Όποια απορία έχετε ελάτε στην αίθουσα 30, θα λυθεί.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
__________________

* Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο· καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο· το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή. Καζαντζάκης.

Κλειστό Θέμα

Εργαλεία Θεμάτων
Τρόποι εμφάνισης

Δικαιώματα - Επιλογές
Δεν μπορείτε να προσθέσετε νέα threads
Δε μπορείτε να απαντήσετε
Δεν μπορείτε να προσθέσετε συνημμένα
Δεν μπορείτε
BB code είναι σε λειτουργία
Τα Smilies είναι σε λειτουργία
Ο κώδικας [IMG] είναι σε λειτουργία
Ο κώδικας HTML είναι εκτός λειτουργίας



Όλες οι ώρες είναι GMT +2. Η ώρα τώρα είναι 22:16.


Forum engine powered by : vBulletin Version 3.8.4
Copyright ©2000 - 2019, Jelsoft Enterprises Ltd.