Home » από Συνεργάτη Κοινότητας του Μεταφυσικού, Μελέτες, Θρησκείες - Λατρείες
από Συνεργάτη Κοινότητας του Μεταφυσικού Μελέτες Θρησκείες - Λατρείες

Η Αποκάλυψη του Ιωάννη

122Η καταστροφολογία υπήρξε ανέκαθεν αγαπημένη ασχολία των απανταχού λαών και πολιτισμών. Το περίφημο «τέλος του κόσμου» είναι προ των πυλών εδώ και χιλιάδες χρόνια και τόνοι μελάνης έχουν χυθεί από συγγραφείς, ερευνητές, «προφήτες» και κερδοσκόπους, που προσπαθούν να προετοιμάσουν τον κόσμο για τον επερχόμενο Αρμαγεδδώνα, γεμίζοντας παράλληλα τις τσέπες τους με αξιοσέβαστα ποσά.

Ως ένα βαθμό, δεν θα ήταν λανθασμένο να υποστηρίξουμε ότι η καταστροφολαγνεία υποκινείται και συντηρείται από τα ίδια θρησκευτικά ιερατεία. Δεν είναι τυχαίο ότι η εσχατολογία αποτελεί σημαντικό κεφάλαιο όλων των θρησκειών του κόσμου, με τα ιερά βιβλία τής εκάστοτε θρησκείας να αφιερώνουν ολόκληρα κεφάλαια στο Τέλος των Ημερών και τον τρόπο που αυτό θα έρθει.

Στο Χριστιανισμό, η εσχατολογία βασίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου σε ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα βιβλία που έχουν γραφτεί ποτέ και σήμερα αποτελεί το τελευταίο (27ο) βιβλίο της Καινής Διαθήκης: την «Αποκάλυψη» του Ιωάννη.

Κατά τη χριστιανική παράδοση, η «Αποκάλυψη» γράφτηκε περί το 96 μ.Χ. από τον ευαγγελιστή Ιωάννη. Το κείμενο περιλαμβάνει 22 κεφάλαια και αποτελεί το μοναδικό προφητικό βιβλίο της Καινής Διαθήκης.

Στο πρώτο κεφάλαιο, ο συγγραφέας μάς πληροφορεί ότι ονομάζεται Ιωάννης («ἀποστείλας διὰ τοῦ ἀγγέλου αὐτοῦ τῷ δούλῳ αὐτοῦ ἰωάννῃ» – Αποκ. 1:1) και ότι το κείμενο γράφτηκε στην Πάτμο («ἐγενόμην ἐν τῇ νήσῳ τῇ καλουμένῃ πάτμῳ» – 1:9). Ακολουθεί μια περιγραφή του τρόπου κατά τον οποίο ο Ιωάννης συνέλαβε τα όσα γράφονται στο βιβλίο («ἐγενόμην ἐν πνεύματι ἐν τῇ κυριακῇ ἡμέρᾳ» – 1:10) και του πώς ο συγγραφέας έλαβε την εντολή να καταγράψει όλα όσα έβλεπε («γράψον οὖν ἃ εἶδες καὶ ἃ εἰσὶν καὶ ἃ μέλλει γενέσθαι μετὰ ταῦτα» – 1:19).

Στη συνέχεια (κεφ. 2-3), ο Ιωάννης απευθύνεται στις επτά Εκκλησίες της Μικράς Ασίας, καθιστώντας τες άμεσους παραλήπτες του Αποκαλυπτικού κειμένου. Φυσικά, τον 1ο αιώνα μ.Χ. ο όρος «εκκλησία» δεν ταυτιζόταν με το σημερινό, ως ένας αναγνωρισμένος θεσμός ή ένα κτιριακό συγκρότημα, αλλά αναφερόταν στις πρώιμες χριστιανικές κοινότητες που σχηματίστηκαν εκεί στις πρώτες δεκαετίες μετά τη γέννηση της χριστιανικής θρησκείας.

Στα εν λόγω κεφάλαια το κείμενο λαμβάνει και μια ιστορική διάσταση, αφού πληροφορούμαστε τις συνθήκες που επικρατούσαν στις χριστιανικές κοινότητες της Μικράς Ασίας κατά την περίοδο της συγγραφής του. Σύμφωνα, λοιπόν, με τον Ιωάννη, οι επτά πόλεις (Εφεσος, Σμύρνη, Πέργαμος, Θυάτειρα, Σάρδεις, Φιλαδέλφεια, Λαοδίκεια) ταλανίζονται από αιρέσεις και συγκρουόμενες διδασκαλίες, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις ο ζήλος των χριστιανών χαρακτηρίζεται ως υποτονικός («οἶδά σου τὰ ἔργα, ὅτι οὔτε ψυχρὸς εἶ οὔτε ζεστός» – 3:15).

Το τέταρτο κεφάλαιο σηματοδοτεί και την αρχή του κυρίως κειμένου. Ο Ιωάννης στέκεται μπροστά στο θρόνο του Θεού και παρατηρεί το «αρνίον» να ανοίγει επτά σφραγίδες, καθεμιά από τις οποίες σηματοδοτεί και μία καταστροφή στον κόσμο. Εντύπωση, πάντως, προκαλεί στον αναγνώστη το άνοιγμα της πέμπτης σφραγίδας:

κα τε νοιξεν τν πμπτην σφραγδα, εδον ποκτω το θυσιαστηρου τς ψυχς τν σφαγμνων δι τν λγον το θεο κα δι τν μαρτυραν ν εχον.
κα
κραξαν φων μεγλ λγοντες, ως πτε, δεσπτης γιος κα ληθινς, ο κρνεις κα κδικες τ αμα μν κ τν κατοικοντων π τς γσ (6:9-10)

Κατά τον Ιωάννη και το όραμά του, λοιπόν, οι μάρτυρες του Χριστιανισμού ζητούν εκδίκηση για το θάνατό τους, διαμαρτυρόμενοι έντονα προς το Θεό, κάτι που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη χριστιανική διδασκαλία των Ευαγγελίων περί συγχώρεσης.

Με το άνοιγμα της τελευταίας σφραγίδας, εμφανίζονται επτά άγγελοι στους οποίους δίνονται ισάριθμες σάλπιγγες. Κάθε φορά που σαλπίζουν, μία τρομερή καταστροφή χτυπά τη Γη, ενώ, έπειτα από αναρίθμητα δεινά, ακολουθούν οι επτά φιάλες που περιέχουν την οργή του Θεού, ο ερχομός του Αντιχρίστου και το περίφημο «χάραγμα» (13:16-17).

Ακολουθούν η τελική μάχη μεταξύ Καλού και Κακού και η ήττα του Αντιχρίστου. Ο Χριστός έρχεται στη Γη για δεύτερη φορά και η Δευτέρα Παρουσία σηματοδοτεί τη Μέρα της Κρίσης. Ζωντανοί και νεκροί κρίνονται για τα έργα τους («καὶ εἶδον τοὺς νεκρούς, τοὺς μεγάλους καὶ τοὺς μικρούς, ἑστῶτας ἐνώπιον τοῦ θρόνου, καὶ βιβλία ἠνοίχθησαν: καὶ ἄλλο βιβλίον ἠνοίχθη, ὅ ἐστιν τῆς ζωῆς: καὶ ἐκρίθησαν οἱ νεκροὶ ἐκ τῶν γεγραμμένων ἐν τοῖς βιβλίοις κατὰ τὰ ἔργα αὐτῶν» – 20:12) και οι άδικοι ρίχνονται στη «λίμνη του πυρός» (20:15).

Φυσικά, τους δικαίους περιμένει μια καλύτερη μοίρα στη «Νέα Ιερουσαλήμ», την οποία ο Ιωάννης φροντίζει να περιγράψει λεπτομερώς στα τελευταία δύο κεφάλαια του κειμένου.

Η απόσταση από τα Ευαγγέλια

Με μια απλή ανάγνωση του σκελετού του Αποκαλυπτικού κειμένου γίνεται φανερό ότι αυτό δεν «ταιριάζει» με τα υπόλοιπα βιβλία της Καινής Διαθήκης. Οπως πολύ σωστά παρατηρεί και ο συγγραφέας και στοχαστής Ηλίας Πετρόπουλος, «βλέπω την “Αποκάλυψη” σαν μετεωρίτη που ξέφυγε από την έλξη της Παλαιάς Διαθήκης και έπεσε στο περιβόλι των Ευαγγελίων». ((Ιωάννου «Αποκάλυψις», 3η έκδοση, «Νεφέλη», 1991). Στο μακροσκελές κείμενο προφητεύεται ένα ζοφερό μέλλον γεμάτο τεράστιες φυσικές καταστροφές, λοιμούς, πολέμους και πόνο. Ο Θεός της Αποκάλυψης μοιάζει περισσότερο με το Θεό της Παλαιάς Διαθήκης, που θανάτωσε όχι μόνο τα πρωτότοκα παιδιά των Αιγυπτίων, αλλά ακόμα και τα ζώα (Εξοδος 13:15) προκειμένου να αφήσει ο Φαραώ τους Ισραηλίτες να φύγουν από τη χώρα. Εννοιες όπως συγχώρεση, αγάπη και μετάνοια, που αποτελούν τον κορμό της Καινής Διαθήκης και της χριστιανικής διδασκαλίας γενικότερα, δεν υπάρχουν στο κείμενο, καθώς ο Θεός, οργισμένος, καταστρέφει σχεδόν κάθε μορφή ζωής στον πλανήτη, ενώ παράλληλα στην Τελική Κρίση στέλνει τους αδίκους στο αιώνιο πυρ, χωρίς δυνατότητα σωτηρίας. Αλλωστε, δεν είναι τυχαίο ότι το βιβλίο της «Αποκάλυψης» του Ιωάννη είναι το μοναδικό της Καινής Διαθήκης που δεν περιλαμβάνεται στο τελετουργικό της Ορθόδοξης Εκκλησίας και δεν διαβάζεται σε καμιά Λειτουργία.

Εύλογα, λοιπόν, ο αναγνώστης ίσως αναρωτηθεί πώς είναι δυνατόν το συγκεκριμένο κείμενο να συμπεριλαμβάνεται σήμερα στα ιερά βιβλία της Καινής Διαθήκης. Η εν λόγω απορία γίνεται ακόμα μεγαλύτερη, διαβάζοντας προσεκτικά το κείμενο και σημειώνοντας κάποια «παράξενα» χωρία:

«κα δουσιν τν δν μωϋσως το δολου το θεο κα τν δν το ρνου λγοντες, μεγλα κα θαυμαστ τ ργα σου» (15:3 – Εδώ ο συγγραφέας σχεδόν ταυτίζει το έργο του Ιησού (που συμβολίζεται με το αρνίον) με το έργο του… Μωυσή!)

«τδε λγει χων τ πτ πνεματα το θεο κα τος πτ στρας» (3:1 – αντί ενός Αγίου Πνεύματος γίνεται αναφορά στα επτά πνεύματα του Θεού. Όμοίως και στο 4:5 – κα πτ λαμπδες πυρς καιμεναι νπιον το θρνου, εσιν τ πτ πνεματα το θεοῦ» )

Αλλά και ο Ιησούς ακόμα φέρεται ως τιμωρός όταν πρόκειται για μια γυναίκα που διαδίδει την ειδωλολατρία και πλανά τους χριστιανούς με ψεύτικες διδασκαλίες στα Θυάτειρα:

«κα τ γγλ τς ν θυατεροις κκλησας γρψον: τδε λγει υἱὸς το θεο (…) λλ χω κατ σο τι φες τν γυνακα εζβελ, λγουσα αυτν προφτιν, κα διδσκει κα πλαν τος μος δολους πορνεσαι κα φαγεν εδωλθυτα. κα δωκα ατ χρνον να μετανοσ, κα ο θλει μετανοσαι κ τς πορνεας ατς. δο βλλω ατν ες κλνην, κα τος μοιχεοντας μετ’ ατς ες θλψιν μεγλην, ἐὰν μ μετανοσωσιν κ τν ργων ατς: κα τ τκνα ατς ποκτεν ν θαντ» (2:18-23)

Ολα αυτά τα χωρία, σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες, οδήγησαν πολλούς από τους πρώτους χριστιανούς σε αμφισβήτηση της θεοπνευστίας του κειμένου. Το ζήτημα απασχόλησε για πολλά χρόνια τους χριστιανούς και θεωρήθηκε τμήμα του ζητήματος κανονικότητας των βιβλίων της Αγίας Γραφής. Ως γνωστόν, αρχικά δεν υπήρχε κανένας «οδηγός» από την Εκκλησία σχετικά με το ποια κείμενα θεωρούνται ιερά και ποια όχι. Στην πορεία των χρόνων, όμως, η εμφάνιση δεκάδων «θεόπνευστων» κειμένων αμφιβόλου αυθεντικότητας και η γέννηση αιρέσεων ανέδειξαν το ζήτημα και υποχρέωσαν τους χριστιανούς στο να θεσπίσουν ένα ενιαίο δόγμα αποδοχής συγκεκριμένων κειμένων ως αυθεντικές πηγές για τη χριστιανική θρησκεία.

Η πρώτη σχετική προσπάθεια έγινε με τη Σύνοδο της Λαοδικείας (363 μ.Χ.), όπου αναγνωρίστηκαν ως θεόπνευστα τα 26 από τα 27 βιβλία που συμπεριλαμβάνονται σήμερα στην Καινή Διαθήκη. Ποιο βιβλίο λείπει; Η «Αποκάλυψη» του Ιωάννη!

Μερικά χρόνια αργότερα (367 μ.Χ.), ο Αγιος Αθανάσιος εξέδωσε το δικό του Κανόνα, στον οποίο συμπεριέλαβε την «Αποκάλυψη» ως βιβλίο της Καινής Διαθήκης. Το ζήτημα όμως φαίνεται ότι δεν είχε ξεκαθαρίσει ακόμα, αφού σε κανόνα που εξέδωσε ο πατέρας της Εκκλησίας, Αγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, δεν τη συμπεριέλαβε, σημειώνοντας μάλιστα ότι «Ει τι δε τούτων εκτός, ουκ εν γνησίας», δηλαδή αν κάποιο βιβλίο είναι εκτός αυτής της λίστας, δεν είναι γνήσιο. Αποκαλυπτικός είναι και ο Αγιος Αμφιλόχιος Ικονίου, που στο δικό του Κανόνα σημειώνει: «Την δ’ Αποκάλυψιν του Ιωάννου πάλιν, Τινές μεν εγκρίνουσιν. οι πλείους δε γε Νόθον λέγουσιν» («Τη δε Αποκάλυψη του Ιωάννη μερικοί την εγκρίνουν, οι περισσότεροι όμως λένε ότι είναι νόθος»).

Τελικά, το ζήτημα έληξε με την Τρίτη Σύνοδο της Καρθαγένης (397 μ.Χ.), στην οποία αναγνωρίστηκαν ως «Κανονικά» και τα 27 βιβλία που σήμερα αποτελούν την Καινή Διαθήκη.

«Αποκάλυψη» του Ιωάννη… αλλά ποιου Ιωάννη;

Οπως προαναφέραμε, ο συγγραφέας του κειμένου της «Αποκάλυψης» ονομάζεται Ιωάννης και κατά τη χριστιανική παράδοση δεν είναι άλλος από τον ευαγγελιστή Ιωάννη, τον αγαπημένο μαθητή του Ιησού. Ομως, σήμερα η πατρότητα του βιβλίου αμφισβητείται από πολλούς μελετητές.

Το πρώτο πρόβλημα στην ταύτιση του Ιωάννη της «Αποκάλυψης» με τον Ιωάννη τον ευαγγελιστή είναι ότι ο πρώτος σε κανένα σημείο του κειμένου δεν ταυτίζεται με το δεύτερο! Το μόνο που έχουν κοινό είναι το όνομα, ενώ ο Ιωάννης της «Αποκάλυψης», περιγράφοντας τη «Νέα Ιερουσαλήμ», μας πληροφορεί ότι στα θεμέλια της πόλης ήταν γραμμένα τα ονόματα των δώδεκα αποστόλων του Χριστού, χωρίς να αναφέρει το παραμικρό για τον εαυτό του (21:14)

Το δεύτερο πρόβλημα, που θεωρείται από πολλούς ως απόδειξη για το ότι η «Αποκάλυψη» δεν γράφηκε από τον ευαγγελιστή Ιωάννη, είναι η παρουσία συντακτικών και γραμματικών λαθών στο πρωτότυπο κείμενο, κάτι που δεν συναντάται στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο. Με την άποψη αυτή ταυτίστηκαν και αρκετοί πατέρες της Εκκλησίας.

Ερμηνείες και προφητείες

Από τη συγγραφή της μέχρι σήμερα, η «Αποκάλυψη» απασχολεί τους μελετητές της Αγίας Γραφής, ενώ δεν είναι λίγοι αυτοί που έχουν προτείνει πιθανές ερμηνείες που επιβεβαιώνουν τις προφητείες του κειμένου. Θα μπορούσαμε να παραθέσουμε πλήθος τέτοιων ερμηνειών, όπως το πώς η «Αποκάλυψη» προφήτευσε επιτυχημένα (;) την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το Τσέρνομπιλ και πολλά άλλα κοσμοϊστορικά γεγονότα. Η ουσία όμως είναι μία: όλες αυτές οι ερμηνείες αποδίδονται στο κείμενο αφότου συμβούν τα γεγονότα. Συνεπώς, πρόκειται για μια κλασική περίπτωση «προφητείας του παρελθόντος» κατά την οποία ένα αόριστο, πιθανώς συμβολικό, κείμενο -που αφήνει περιθώρια για πλήθος ερμηνειών- χρησιμεύει ανά τους αιώνες στην «κατασκευή» προβλέψεων για γεγονότα που έχουν ήδη συμβεί!

Το ζήτημα δεν είναι κατά πόσον η «Αποκάλυψη» μπορεί να χρησιμεύσει ως προφητικό κείμενο. Αυτό ουσιαστικά μπορεί να επιβεβαιωθεί μόνο μετά το τέλος του κόσμου (όταν αυτό έρθει) και συνεπώς δεν το μάθουμε ποτέ.

Το ζήτημα, κατά την άποψη του συγγραφέως, είναι γιατί οι άνθρωποι είναι τόσο πρόθυμοι να επιδοθούν στην καταστροφολογία και την εσχατολογία, ανεξαρτήτως πολιτισμού ή εποχής. Γιατί άραγε δεν υπάρχουν προφητείες που μιλούν για ανθρώπινη ευημερία και άνθηση του πολιτισμού στο μέλλον; Ή μήπως υπάρχουν αλλά δεν γίνονται ευρέως γνωστές γιατί, ως γνωστόν, η καταστροφή «πουλάει» περισσότερο από τη δημιουργία;

Πρέπει, επιτέλους, ως ανθρωπότητα, να αποτινάξουμε τα δεσμά της καταστροφολογίας και να στραφούμε στο πώς θα μπορέσουμε να κάνουμε τον κόσμο μας καλύτερο, κλείνοντας τα αφτιά μας σε όλους εκείνους που «υπόσχονται» σεισμούς, λιμούς και καταποντισμούς με αντάλλαγμα το χρήμα, τη δόξα ή τον έλεγχο μιας φοβισμένης μάζας. Φυσικά δεν αναφέρομαι συγκεκριμένα στην «Αποκάλυψη» αλλά στη γενικότερη ενασχόληση με την καταστροφολογία -βλ. 2012, Millennium κ.ά.

Ο Ιησούς μπορεί να έρθει, όπως έχει προφητευτεί, μπορεί και όχι. Το αν και το πότε κανείς δεν το γνωρίζει και μάλλον δεν έχει σημασία. Σημασία έχει αντί να αναλωνόμαστε σε ανούσιες προβλέψεις και απόπειρες ερμηνείας ενός βαρύτατα συμβολικού κειμένου που γράφηκε 2.000 χρόνια πριν, να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να βοηθήσουμε το συνάνθρωπό μας σήμερα, ειδικά σε αυτή την τόσο δύσκολη οικονομικά περίοδο. Αλλωστε, βάση της χριστιανικής διδασκαλίας δεν είναι το σχέδιο του Θεού για την καταστροφή του ανθρώπου, αλλά για τη Σωτηρία του…

Who is who:

Ο Γιώργος Αδαμόπουλος είναι απόφοιτος Οικονομικών Σπουδών και μέλος της Eλληνικής Kοινότητας του Μεταφυσικού. Αρθρογραφεί τακτικά σε περιοδικά εναλλακτικής αναζήτησης, ενώ συμμετείχε και στη συγγραφή του εναλλακτικού ταξιδιωτικού οδηγού «Παράξενος Ταξιδιώτης».

Από το 2009, συνεργάζεται με την ομάδα μεταφυσικών ερευνών «Alpha Research Team».


Συμπληρωματικό BOX από τον Μηνά Παπαγεωργίου (aka Beetlejuice)

Κείμενο αντίστασης;
Απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάλυση και ερμηνεία ενός οποιουδήποτε θρησκευτικού κειμένου αποτελεί, χωρίς αμφιβολία, η έρευνα των πολιτικών και κοινωνικών συνθηκών μέσα στις οποίες αυτό γράφτηκε. Με βάση την προηγούμενη παραδοχή, δεν είναι λίγοι αυτοί που πιστεύουν ότι η «Αποκάλυψη» του Ιωάννη (που πιστεύεται ότι γράφτηκε στα τελευταία χρόνια των δεκαετιών 60-70 μ.Χ. ή 90-100 μ.Χ.) δεν αποτελεί ένα προφητολογικό – εσχατολογικό έργο, αλλά ένα επαναστατικό προπαγανδιστικό κείμενο που απευθυνόταν στους ιουδαΐζοντες χριστιανούς εκείνης της περιόδου με σκοπό την αντίσταση κατά των Ρωμαίων. Ετσι υποστηρίζουν ότι τα υποτιθέμενα προφητικά χωρία του Ιωάννη σχετίζονται με την καταστροφή της Ιερουσαλήμ από τους Ρωμαίους, ενώ οι αναφορές στον επερχόμενο Αντίχριστο θα μπορούσαν να αφορούν πρόσωπα όπως τους αυτοκράτορες Νέρωνα ή Τίτο. Ο τελευταίος ήταν το έτος 70 μ.Χ. επικεφαλής των στρατευμάτων που κατέστρεψαν το ναό στην Ιερουσαλήμ.
Να σημειώσουμε ότι μόλις τον 5ο μ.Χ. αιώνα η «Αποκάλυψη» έγινε μέρος των κειμένων της Καινής Διαθήκης. Οι διαφορές της με τα υπόλοιπα τρία Ευαγγέλια είναι πολλές και ουσιαστικές. Ο πρώτος ιστορικός του Χριστιανισμού, ο Ευσέβιος, αναφέρει μέσω της Εκκλησιαστικής Ιστορίας του τον 4ο μ.Χ. αιώνα: «Η γνώμη για την “Αποκάλυψη” δεν παύει ακόμα και στις μέρες μας πότε να γέρνει από τη μία μεριά και πότε από την άλλη».

——————————————————————————————

Σημ. Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο τ. 8 του εβδομαδιαίου περιοδικού “Φαινόμενα” (Ελεύθερος Τύπος)